Στο ποιος και πώς θα πληρώσει τον «λογαριασμό» της ρύθμισης των ενυπόθηκων δανείων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών «σκοντάφτει» μέχρι στιγμής η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Τρόικας και των τραπεζών.
Την περασμένη Παρασκευή, οι εμπλεκόμενες πλευρές κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και... συμφώνησαν στα σημεία που διαφωνούν. Μπορεί να μην υπήρξε πλήρης ταύτιση απόψεων, ωστόσο, τραπεζικές πηγές σημειώνουν ότι όλοι έφυγαν με συγκρατημένη αισιοδοξία από τη συνάντηση. Υπάρχει, μάλιστα, η αίσθηση ότι στο ραντεβού που έχει προγραμματιστεί για την τρέχουσα εβδομάδα δεν αποκλείεται να υπάρξει οριστική συμφωνία.
«Αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις είναι το γεγονός πως η διαδικασία που εντέλει θα αποτελέσει το πλαίσιο για τις ρυθμίσεις δανείων είναι δεδομένο ότι θα οδηγήσει σε επιπρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες για τους εγχώριους πιστωτικούς ομίλους.
"Σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζεται διαφωνία για το τελικό ύψος των κεφαλαίων που θα χρειαστούν, όχι όμως τόσο σημαντική που να απειλεί τις συνομιλίες", αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Σημειώνεται ότι σε πρόσφατη έκθεσή της, η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών τοποθετεί το κόστος στα 1,1 δισ. ευρώ.
Από την πλευρά τους, οι τράπεζες τονίζουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος της ρύθμισης,ανάλογος θα είναι και ο αντίκτυπος στους φορολογούμενους. Και αυτό γιατί, όπως υποστηρίζουν, οι επιπλέον κεφαλαιακές ανάγκες θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του λογαριασμού της ανακεφαλαιοποίησης. Αν τα χρήματα αυτά δεν τα διαθέσουν οι ιδιώτες επενδυτές, τότε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα κληθεί να καλύψει τη διαφορά, με το τελικό βάρος να πέφτει για μία ακόμη φορά στις... πλάτες των φορολογούμενων.
Την ίδια ώρα, οι πιστωτικοί όμιλοι επιθυμούν τη βελτίωση του νόμου «Κατσέλη» καθώς σήμερα αυξάνονται οι περιπτώσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις,κυρίως σε Αθήνα και Θεσαλλονίκη, ορίζεται δικάσιμος έως και το 2020, με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα στην "αντιμετώπιση" των δανείων αυτών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση της Παρασκευής, όχι μόνο έγινε σε καλό κλίμα αλλά βρέθηκαν και τα σημεία τα οποία, με τις απαραίτητες υποχωρήσεις, μπορούν να οδηγήσουν σε «κλείσιμο» της υπόθεσης.
Ο περιορισμός των επιπρόσθετων κεφαλαίων είναι, λοιπόν, το μεγαλύτερο στοίχημα για την προώθηση της ρύθμισης. Όπως όλα δείχνουν, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα καταλήξουν σε αυστηροποίηση των όρων επιλεξιμότητας, σε σύγκριση με το αρχικό πλαίσιο που προωθεί η κυβέρνηση.
Το αρχικό σχέδιο σχέδιο θέτει εισοδηματικά κριτήρια και όριο τις 25.000 ευρώ για τους δανειολήπτες που επιθυμούν να επωφεληθούν της ρύθμισης, ενώ παράλληλα βασική προϋπόθεσηείναι να έχει σημειωθεί μείωση του εισοδήματος της τάξης του 35% από το 2010 έως το 2012.Αφορά ενυπόθηκα δάνεια, είτε στεγαστικά, είτε καταναλωτικά με προσημείωση και προβλέπεται για μισθωτούς και συνταξιούχους και όσους έχουν τεκμαιρόμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Όσον αφορά τους άνεργους και τις ευπαθείς ομάδες, το μόνο κριτήριο είναι ότι η αξία του προσημειωμένου ακινήτου δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις 200.000 ευρώ.
Προβλέπει, επίσης, να αυξηθεί στα 5 έως 7 χρόνια, αντί των 4 που ισχύει σήμερα, η περίοδος που ο δανειολήπτης πρέπει να πληρώνει την τράπεζα. Επίσης, εισάγεται η ελάχιστη καταβολή δόσης, από όσους μπαίνουν στη ρύθμιση, ίση με τουλάχιστον 10% της δόσης.
Σε κάθε περίπτωση, η δόση που θα ορίζεται δεν θα μπορεί να ξεπερνά το 30% των μηνιαίων αποδοχών του οφειλέτη, ενώ αν ο δανειολήπτης δεν έχει εισοδήματα θα αναστέλλεται η πληρωμή της δόσης. Η μείωση του χρέους επιτυγχάνεται με την πληρωμή από τον δανειολήπτη μόνο των τόκων με σταθερό επιτόκιο της τάξης του 1,50%. Μετά την περίοδο χάριτος επανέρχονται οι αρχικοί όροι του δανείου. Σύμφωνα, τέλος, με εκτιμήσεις, το συνολικό ύψος των δανείων που θα μπουν στο συγκεκριμένο πλαίσιο ρύθμισης διαμορφώνεται περί τα 15 δισ. ευρώ.
Την περασμένη Παρασκευή, οι εμπλεκόμενες πλευρές κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και... συμφώνησαν στα σημεία που διαφωνούν. Μπορεί να μην υπήρξε πλήρης ταύτιση απόψεων, ωστόσο, τραπεζικές πηγές σημειώνουν ότι όλοι έφυγαν με συγκρατημένη αισιοδοξία από τη συνάντηση. Υπάρχει, μάλιστα, η αίσθηση ότι στο ραντεβού που έχει προγραμματιστεί για την τρέχουσα εβδομάδα δεν αποκλείεται να υπάρξει οριστική συμφωνία.
«Αγκάθι» στις διαπραγματεύσεις είναι το γεγονός πως η διαδικασία που εντέλει θα αποτελέσει το πλαίσιο για τις ρυθμίσεις δανείων είναι δεδομένο ότι θα οδηγήσει σε επιπρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες για τους εγχώριους πιστωτικούς ομίλους.
"Σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζεται διαφωνία για το τελικό ύψος των κεφαλαίων που θα χρειαστούν, όχι όμως τόσο σημαντική που να απειλεί τις συνομιλίες", αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Σημειώνεται ότι σε πρόσφατη έκθεσή της, η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών τοποθετεί το κόστος στα 1,1 δισ. ευρώ.
Από την πλευρά τους, οι τράπεζες τονίζουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος της ρύθμισης,ανάλογος θα είναι και ο αντίκτυπος στους φορολογούμενους. Και αυτό γιατί, όπως υποστηρίζουν, οι επιπλέον κεφαλαιακές ανάγκες θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του λογαριασμού της ανακεφαλαιοποίησης. Αν τα χρήματα αυτά δεν τα διαθέσουν οι ιδιώτες επενδυτές, τότε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα κληθεί να καλύψει τη διαφορά, με το τελικό βάρος να πέφτει για μία ακόμη φορά στις... πλάτες των φορολογούμενων.
Την ίδια ώρα, οι πιστωτικοί όμιλοι επιθυμούν τη βελτίωση του νόμου «Κατσέλη» καθώς σήμερα αυξάνονται οι περιπτώσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις,κυρίως σε Αθήνα και Θεσαλλονίκη, ορίζεται δικάσιμος έως και το 2020, με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα στην "αντιμετώπιση" των δανείων αυτών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση της Παρασκευής, όχι μόνο έγινε σε καλό κλίμα αλλά βρέθηκαν και τα σημεία τα οποία, με τις απαραίτητες υποχωρήσεις, μπορούν να οδηγήσουν σε «κλείσιμο» της υπόθεσης.
Ο περιορισμός των επιπρόσθετων κεφαλαίων είναι, λοιπόν, το μεγαλύτερο στοίχημα για την προώθηση της ρύθμισης. Όπως όλα δείχνουν, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα καταλήξουν σε αυστηροποίηση των όρων επιλεξιμότητας, σε σύγκριση με το αρχικό πλαίσιο που προωθεί η κυβέρνηση.
Το αρχικό σχέδιο σχέδιο θέτει εισοδηματικά κριτήρια και όριο τις 25.000 ευρώ για τους δανειολήπτες που επιθυμούν να επωφεληθούν της ρύθμισης, ενώ παράλληλα βασική προϋπόθεσηείναι να έχει σημειωθεί μείωση του εισοδήματος της τάξης του 35% από το 2010 έως το 2012.Αφορά ενυπόθηκα δάνεια, είτε στεγαστικά, είτε καταναλωτικά με προσημείωση και προβλέπεται για μισθωτούς και συνταξιούχους και όσους έχουν τεκμαιρόμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Όσον αφορά τους άνεργους και τις ευπαθείς ομάδες, το μόνο κριτήριο είναι ότι η αξία του προσημειωμένου ακινήτου δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις 200.000 ευρώ.
Προβλέπει, επίσης, να αυξηθεί στα 5 έως 7 χρόνια, αντί των 4 που ισχύει σήμερα, η περίοδος που ο δανειολήπτης πρέπει να πληρώνει την τράπεζα. Επίσης, εισάγεται η ελάχιστη καταβολή δόσης, από όσους μπαίνουν στη ρύθμιση, ίση με τουλάχιστον 10% της δόσης.
Σε κάθε περίπτωση, η δόση που θα ορίζεται δεν θα μπορεί να ξεπερνά το 30% των μηνιαίων αποδοχών του οφειλέτη, ενώ αν ο δανειολήπτης δεν έχει εισοδήματα θα αναστέλλεται η πληρωμή της δόσης. Η μείωση του χρέους επιτυγχάνεται με την πληρωμή από τον δανειολήπτη μόνο των τόκων με σταθερό επιτόκιο της τάξης του 1,50%. Μετά την περίοδο χάριτος επανέρχονται οι αρχικοί όροι του δανείου. Σύμφωνα, τέλος, με εκτιμήσεις, το συνολικό ύψος των δανείων που θα μπουν στο συγκεκριμένο πλαίσιο ρύθμισης διαμορφώνεται περί τα 15 δισ. ευρώ.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου