19/2/13

Οι καταναλωτές "ψηφίζουν" προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας


Νερό στο μύλο της αυξανόμενης κατανάλωσης προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στα σούπερ μάρκετ ρίχνει η ακρίβεια. Ενώ στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι τιμές μεταξύ «ανώνυμων» και «επώνυμων» προϊόντων τείνουν να συγκλίνουν λόγω του ανταγωνισμού που πιέζει τις τιμές προς τα κάτω, στην Ελλάδα η ψαλίδα παραμένει σημαντικά μεγαλύτερη (30% έναντι 45%). Και αυτό, όχι τόσο επειδή η ιδιωτική ετικέτα είναι συγκριτικά με άλλες χώρες φτηνή, αλλά επειδή οι επώνυμες μάρκες παραμένουν συγκριτικά ακριβότερες και μόνο το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει να γίνονται κατά περίπτωση πιο προσιτές μέσω των μαζικών προσφορών.

Είναι ίσως ενδεικτικό το παράδειγμα των επώνυμων απορρυπαντικών που μέχρι πριν από ένα χρόνο πωλούνταν στα ελληνικά σούπερ μάρκετ έως και 20 ευρώ, ενώ σήμερα με τα μπαράζ των προσφορών τα βρίσκει κανείς ακόμη και κάτω από τα 10 ευρώ, με τις τιμές τους να πλησιάζουν τα «δίκαια επίπεδα» όπως χαρακτηριστικά λένε οι λιανέμποροι.

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η κατανάλωση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας έχει ήδη εδραιωθεί και πλέον το μερίδιο των private label (PL) προϊόντων υπολογίζεται από την εταιρεία SymphonyIRI ότι φτάνει στο 37% επί της αξίας των πωλήσεων στην Ε.Ε ή σε περίπου 130 δισ. ευρώ. Για παράδειγμα στην Αγγλία το μερίδιο των private label φτάνει πλέον το 50%, στην Ισπανία το 42%, στη Γερμανία το 35%, στη Γαλλία το 30%, ενώ στην Ελλάδα, το ποσοστό παραμένει σημαντικά χαμηλότερο, παρότι κάθε χρόνο κάνει νέο ρεκόρ και το 2012 υπολογίζεται ότι διαμορφώθηκε στο 16%. 

Πέρυσι, πάντως, ήταν η χρονιά που σύμφωνα με έρευνα της ICAP όλοι οι καταναλωτές στην Ελλάδα αγόρασαν έστω και από ένα προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Συνολικά τo 2012 τα νοικοκυριά δαπάνησαν πάνω από 760 εκατ. ευρώ για να προμηθευτούν «ανώνυμα» προϊόντα, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του τζίρου των λιανεμπορικών ομίλων και έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2008, όταν ακόμη η χώρα μας αποτελούσε Ελντοράντο για τις μεγάλες πολυεθνικές επώνυμων καταναλωτικών προϊόντων.

Συγκριτικά με τις τιμές των προϊόντων στο εξωτερικό, η Ελλάδα συνεχίζει να παραμένει ακριβότερη είτε στα επώνυμα είτε στα ανώνυμα. Για τα προϊόντα της ιδιωτικής ετικέτας αρκεί να συγκρίνει κανείς τις τιμές στις οποίες πωλούν τα προϊόντα τους οι hard retailers στη χώρα μας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Για τα επώνυμα προϊόντα είναι ενδεικτικά τα περσινά στοιχεία της Eurostat σύμφωνα με τα οποία το 2011 η χώρα μας ήταν η πιο ακριβή πανευρωπαϊκά στο γάλα και τα τυροκομικά με απόκλιση 31,5% από το μέσο όρο, 8η ακριβότερη στα δημητριακά και το ψωμί, 7η ακριβότερη στα λίπη και τα έλαια με 15,7% απόκλιση από το μέσο όρο, ενώ παρόμοια εικόνα παρουσιάζαμε και σε άλλα αγαθά όπως τα έπιπλα, οι οικιακές συσκευές κ.ά., με την κατάσταση να μην έχει αλλάξει ιδιαίτερα το 2012 όπως τουλάχιστον αποτυπώνεται στον έστω και οριακό πληθωρισμό.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απόλυτα λογική και αναμενόμενη η εντεινόμενη στροφή των καταναλωτών προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας στην προσπάθειά τους να κρατήσουν γεμάτο το καλάθι με χαμηλότερες τιμές.

Λόγω της κρίσης και της συμπίεσης των εισοδημάτων μέχρι και 50% την τελευταία τριετία (ΓΣΕΕ), τα private labels προϊόντα έχουν αναδειχθεί άλλωστε στην ταχύτερα αναπτυσσόμενη κατηγορία των ελληνικών σούπερ μάρκετ («τρέχουν» με 5% ετησίως), και δεν είναι τυχαίο ότι το ελληνικό λιανεμπόριο επενδύει πλέον εκατομμύρια για την ανάπτυξη δικών του κωδικών σε μια προσπάθεια να κρατήσει τζίρους, αλλά κυρίως, να ενισχύσει τα κέρδη του δεδομένου ότι η ιδιωτική ετικέτα παρουσιάζει υψηλότερα περιθώρια.

Υπάρχουν μεγάλα σούπερ μάρκετ που αυτή την περίοδο αναπτύσσουν ιδέες ακόμη και για παραγωγή αλκοολούχων ποτών με το δικό τους σήμα, προκειμένου να τονώσουν τις πωλήσεις της εν λόγω κατηγορίας η οποία έχει πληγεί από την υψηλή φορολογία.  

Τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών SymphonyIRI δείχνουν ότι στην Ελλάδα τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είναι κατά μέσο όρο φτηνότερα κατά 45% από τα αντίστοιχα επώνυμα προϊόντα, με τις μεγαλύτερες διαφορές να εντοπίζονται σε χαρτικά, προϊόντα καθαρισμού, υγιεινής κ.ά.

Με βάση στοιχεία μέχρι τον Αύγουστο του 2012, ο μεγαλύτερος τζίρος σε «ανώνυμα» προϊόντα γίνεται μεταξύ άλλων στα χαρτιά υγείας, τα τυροκομικά, το γάλα, τα αλλαντικά, τους χυμούς, τα χαρτιά κουζίνας, τις ζύμες και τα σπορέλαια, «επιλογές» που δείχνουν ότι η προτίμηση των καταναλωτών δεν περιορίζεται μόνο σε προϊόντα «δευτερεύουσας σημασίας».

H απομάκρυνση των καταναλωτών από τα επώνυμα προϊόντα, στην προσπάθειά τους να γεμίσουν το καλάθι τους με φτηνότερα αγαθά, καταγράφεται και στην τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου και Καταναλωτικών Αγαθών. Από την έρευνα που έγινε σε δείγμα 2.000 καταναλωτών, προκύπτει ότι επτά στα δέκα νοικοκυριά επιλέγουν να αγοράζουν πιο φτηνά προϊόντα λόγω της κρίσης, ενώ έξι στους δέκα καταναλωτές στρέφονται όλο και πιο συχνά σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας επειδή είναι πιο οικονομικά.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις λιανεμπορικών επιχειρήσεων, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά το μερίδιο αγοράς τους τα επόμενα χρόνια, αγγίζοντας ακόμη και το 25-30% στο τέλος της δεκαετίας, όχι μόνο επειδή τα σούπερ μάρκετ θα βγάζουν όλο και περισσότερους κωδικούς στα ράφια, αλλά κυρίως επειδή το εισόδημα των καταναλωτών θα παραμείνει καθηλωμένο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: