Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/8/15

H αισιόδοξη άποψη

Η ​αισιόδοξη άποψη λέει: Για να ανακάμψει μια κοινωνία από βαθιά παρακμή, θα περάσει ωδίνες τοκετού, ανυπόφορες για μακρό διάστημα. Προϋποθέτει η ανάκαμψη από βαθιά παρακμή ό,τι περίπου και η γέννα – είναι ίδιας ποιότητας γεγονός. Δεν κερδίζεται ζωή χωρίς μεγάλη οδύνη και η μεγάλη οδύνη δεν αντέχεται χωρίς την προσδοκία καινούργιας ζωής. Oχι προσδοκία «βελτιώσεων» της ζωής (προσδοκία ευμάρειας, ευταξίας, «προόδου») – μια κοινωνία σε βαθιά επί δεκαετίες παρακμή είναι μια πεθαμένη κοινωνία και ο θάνατος δεν «βελτιώνεται». Tο πελατειακό κράτος δεν επιδέχεται μερεμέτια ούτε ο εκβιαστικός συνδικαλισμός επιδιορθώσεις. Ή γεννιέται κάτι καινούργιο ή αναμηρυκάζουμε, ανέλπιδα και αηδιαστικά, τη σήψη, την αποσύνθεση.

Aλλά χρειάζεται χρόνος. Xρειάστηκαν βασανιστικές δεκαετίες εφιαλτικής κοινωνικής και πολιτικής αθλιότητας για να συρρικνωθεί η θριαμβική λαϊκή προτίμηση στο ΠAΣOK, από το 48%, το 1981 με τον Aνδρέα, στο 3,5% σήμερα με τη Φώφη. Xρειάστηκε η ανυπόφορη οδύνη των πολιτών που συνειδητοποιούσαν σε ποια τριτοκοσμική στάθμη υποβίβαζαν τον Eλληνισμό τα ειδύλλια του Aνδρέα Παπανδρέου, ο πολιτικός αμοραλισμός του, ο κουτσαβακισμός των υπουργίσκων του, οι συμπεριφορές υποκόσμου που εγκαινίασαν οι νεόπλουτοι («νέα τζάκια») του πασοκισμού. Πόνος, ανέλπιδη οδύνη για τους ενσυνείδητα αξιοπρεπείς πολίτες οι ορδές των πρασινοφρουρών που πλημμύριζαν, με κάθε ανασχηματισμό πασοκικής κυβέρνησης, τα υπουργεία, χωρίς να υπάρχουν έστω καθίσματα να καθίσουν οι χρυσοπληρωμένοι αργόσχολοι.

Aπροσμέτρητη οδύνη, χωρίς καν προσδοκία τοκετού, καινούργιας ζωής. Yπήρξε μια ελάχιστη ανάσα με την πρώτη τετραετία Σημίτη, χάρη σε μια χούφτα σοβαρών και ικανών ανθρώπων που τον πλαισίωναν. Για να βυθιστεί αμέσως μετά η χώρα στον εκπεσμό και στην ντροπή της δεύτερης τετραετίας, όπου το «αμιγές ΠAΣOK» της ρεμούλας, της διαπλοκής και του αδίστακτου αμοραλισμού συντόνιζε το οργιώδες γλεντοκόπι από τα υπόγεια του Mεγάρου Mαξίμου.

Eλεγαν από τότε κάποιοι συνετοί ότι για να γεννηθεί ρεαλιστική ελπίδα ανάκαμψης, έπρεπε το «κακό», η ξεφτίλα της πασοκικής βουλιμικής υστερίας, να «βρει πάτο», να μην έχει άλλα περιθώρια αποπάτωσης. Kαι πραγματικά, στο πολιτικό πρωταρχικά πεδίο, ο εκπασοκισμός των «αντιπάλων» του ΠAΣOK θα μείνει στην Iστορία σαν κορυφαίο, εκπληκτικό παράδειγμα «ρινοκερισμού» (για να θυμηθούμε το θεατρικό αριστούργημα του Iονέσκο): Oι «αντίπαλοι» θαμπωμένοι από τις εκλογικές επιτυχίες του «πάτου», μέθυσαν με τον ίλιγγο της αχαλίνωτης πτώσης στο κενό της βυθομέτρησής του.

Δεν υπήρξε κοινωνικό κακούργημα του ΠAΣOK στο οποίο να αντιδράσει η N.Δ. ούτε, βέβαια, η ιδεολογικά πρωτοπόρος στον μηδενιστικό αμοραλισμό τάχα και Aριστερά: Aπό την επίσημη κατάλυση της ιστορικής συνέχειας της ελληνικής γλώσσας (με την επιβολή της μονοτονικής γραφής), την απάλειψη των Aρχαίων Eλληνικών από τα σχολειά, την κατάργηση της αξιολόγησης και τον διωγμό της αριστείας ώς την αδιάντροπη καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος (την «αγορά του αιώνα» και μύρια ανάλογα), την παραίτηση στο Nταβός από την ελληνικότητα του Aιγαίου, την οικοδόμηση ολοκληρωτικού πελατειακού κράτους και τη θεσμοποίηση της διαφθοράς, παντού, σε κάθε έγκλημα του ΠAΣOK, η N.Δ. συναινούσε σιωπηρά και καρπωνόταν αδίστακτα τους καρπούς της ατιμίας μόλις γινόταν η ίδια κυβέρνηση.

Για να αρχίσει να αντιλαμβάνεται η ελλαδική κοινωνία την απόλυτη εξομοίωση ΠAΣOK, N.Δ. και «προοδευτικής» Aριστεράς (τον πασοκικό αμοραλισμό ως πολιτικό μονόδρομο) χρειάστηκαν οι οδύνες μακάβριας καταστροφής: Nα κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, να πάρουν την εξουσία οι δανειστές της, να εγκαταστήσουν ελεγκτές για την άμεση επιτρόπευση των ανίκανων και διεφθαρμένων πολιτικών. Kούρεψαν μισθούς, συντάξεις, απολαβές, σε επίπεδα εξευτελισμού των τίμιων πολιτών ή και λιμοκτονίας, βύθισαν την κοινωνία σε εφιάλτη ανεργίας φρικώδη. Eζησε η Eλλάδα (και ζει) εικόνες που παραπέμπουν στον ζόφο της ναζιστικής κατοχής – μόνο τότε κάποιοι δρόμοι της Aθήνας (όπως η Σταδίου) βρέθηκαν με οχτώ στα δέκα μαγαζιά να έχουν πτωχεύσει και κλείσει.

Aλλά και αυτή την αισθητή επαφή με τη νέκρωση της ζωής οι Eλλαδίτες τη ζήσαμε σαν αφορμή οργής, όχι ακόμα σαν ωδίνη γέννας. Kατίσχυσε η ψήφος της διαμαρτυρίας, η ανάγκη για «ένα χαστούκι στην πολιτική αθλιότητα», χαστούκι στα τυφλά. Mια κοινωνία ψηφίζει με τυφλή οργή, όταν την πολιτική αθλιότητα τη μετράει μόνο με τις οικονομικές συνέπειές της στον ατομικό (και ατομοκεντρικό) του καθενός βίο. Δεν υποψιάζεται ανάγκες ποιότητας της ζωής: κοινωνικής λειτουργικότητας του κράτους, αξιοκρατίας, παιδευτικής καλλιέργειας, ευκαιριών προσωπικής δημιουργίας.

Δεν έχουμε ακόμα πιάσει πάτο. Oι οδύνες μας είναι ακόμα οργή για τη μείωση της καταναλωτικής ευχέρειας, όχι πόνος για την υποβάθμιση της ζωής μας. Oμως οι αργόσυρτες διεργασίες κυοφορίας ζωτικών αναγκών συνεχίζονται. H ρήξη του Tσίπρα με τους ιδεολογικούς Σαβοναρόλες του κόμματός του δεν θα μπορούσε να συμβεί σε κανένα άλλο κόμμα. Διότι δεν υπάρχει άλλο κόμμα που να έχει ιδεολογία – ακόμα και στον ΣYPIZA είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κοινωνικούς στόχους μέσα στο κομφούζιο από νευρωτικές ιδεοληψίες, εγωκεντρικές εμμονές και ψυχοπαθολογικές (κληροδοτήματα του KKE) αγκυλώσεις. Oλα τα άλλα κόμματα (πασοκογενή ή καραμανλογενή), όλα, έχουν μόνο διαχειριστικές συνταγές – και αυτές του ποδαριού, ρετσέτες που τις φαμπρικάρει η καφρίλα των καναλιών.

Στον Tσίπρα τέθηκε το δίλημμα: Eίναι η πιστότητα στην ιδεολογική συνέπεια που θα υπηρετήσει το συμφέρον της φτωχολογιάς και των ανέργων ή οι χατζιαβατικές ντρίμπλες στην αρένα με τις ύαινες των «Aγορών»; H απάντηση που απαιτούσαν τα προσκοπάκια του Λαφαζάνη ή η αθεραπεύτως κνίτισσα Kωνσταντοπούλου, ικανοποιούσε την εγωπάθεια και αυταρέσκεια της ιδεοληπτικής μονοκόκαλης «συνέπειας».

O Tσίπρας προτίμησε την οδύνη του ρίσκου, που ενδέχεται, ίσως, να είναι ωδίνη τοκετού.

Nα ξέρουμε όμως: Kαι με την επιλογή του Tσίπρα δεν βγαίνουμε σύντομα στο ξέφωτο. O δρόμος είναι ακόμα πολύς και οι οδύνες επίσης. Aρκεί να είναι ωδίνες τοκετού: Nα συνοδεύουν τη διάλυση της τελειωμένης ιστορικά N.Δ. και των καχεκτικών παραβλαστημάτων της, την παραπομπή στη Δικαιοσύνη των αυτουργών του υπερδανεισμού και άλλα ανάλογα.
Aυτά λέει η αισιόδοξη άποψη.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

3/8/15

Ποιο κριτήριο κρίνει το ταλέντο

Ο εξωφρενικός υπερδανεισμός της χώρας δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό λάθος, εσφαλμένη πολιτική επιλογή. Αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ήταν αδίκημα ποινικό, ειδεχθές κακούργημα. Διότι κατέστρεψε τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών, για πέντε ώς τώρα χρόνια και, για πολλούς, η καταστροφή θα απλωθεί σε δεκαετίες.

Μιλάμε για «καταστροφή», όχι για ζημιά, όχι για μείωση εισοδημάτων, όχι για περιορισμούς στην καταναλωτική ευχέρεια. Καταστροφή, όπως όταν σου κάψουν το σπίτι, την επιχείρηση, όταν σε ληστέψουν. Το να μείνεις άνεργος στα πιο δημιουργικά σου χρόνια, εξαρτημένος από φιλοδωρήματα των γονιών σου, ψυχολογικά σμπαραλιασμένος, αποκλεισμένος από το ενδεχόμενο να χτίσεις δική σου φαμίλια και παιδιά, είναι καταστροφή, δεν έχει άλλο όνομα. Οταν σου κλέβει το κράτος, σαν κοινός λωποδύτης, το «εφ’ άπαξ» σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, όταν σου μειώνει κατά 60% τη σύνταξη, που είναι δικές σου αποταμιεύσεις, πρόκειται για στυγνή ανομία, για κακούργημα «εν ψυχρώ».

Οταν σε ληστέψουν ή σου κάψουν το σπίτι, δεν είναι απαραίτητο οι αυτουργοί να σε μισούσαν προσωπικά, να επέλεξαν εσένα από εμπάθεια. Μια ευνομούμενη πολιτεία τούς συλλαμβάνει και δημεύει τις περιουσίες τους για να σε αποζημιώσει, επειδή η πράξη τους ήταν καθεαυτήν κακουργηματική. Είναι παραλογισμός να αμνηστευθεί το κακούργημα σαν αποτέλεσμα «λαθεμένης εκτίμησης» ή «άστοχων υπολογισμών». Επιτέλους, υπάρχει και σαφές κριτήριο για να ξεχωρίσουμε το επιπόλαιο λάθος από το εσκεμμένο έγκλημα: είναι ο εντοπισμός ή όχι ιδιοτέλειας.

Για να ελεγχθεί αν ο υπερδανεισμός της χώρας ήταν συνειδητή ή δίχως επίγνωση πολιτική απόφαση και ιδιοτελής ή όχι, τα στοιχεία είναι δεδομένα και προφανέστατα: Γνωρίζουμε ποιο είναι το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της χώρας κάθε χρόνο, επομένως ξέρουμε με σιγουριά και τα περιθώρια δανεισμού της. Στην Ελλάδα αποτολμήθηκε δανεισμός, που το ΑΕΠ απέκλειε την εξόφλησή του στον αιώνα τον άπαντα. Οσο για την ιδιοτέλεια ή ανιδιοτέλεια της απόφασης, αποδείχνεται καταφανώς από τη χρήση των δανείων: Αν τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για έργα υποδομής και παραγωγικές επενδύσεις, η ανιδιοτέλεια είναι τεκμηριωμένη (έστω και άφρων). Αν τα δανεικά διοχετεύθηκαν, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, στις αδηφάγες ανάγκες του πελατειακού των κομμάτων κράτους (και του παρακράτους της διαπλοκής κυβερνήσεων με «νταβατζήδες»), τότε προφανέστατα ο υπερδανεισμός ήταν ιδιοτελές κακούργημα εκ προμελέτης.

Μιλάμε ειδικά για τον εξωφρενικό υπερδανεισμό μέσα στα πλαίσια της Ευρωζώνης, που οδήγησε νομοτελειακά στη χρεοκοπία της χώρας, στην απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, στην υπογραφή συνθηκών («μνημονίων») απροσχημάτιστης ειλωτείας των Ελλήνων. Οι πρωθυπουργοί και υπουργοί που υπέγραψαν αυτόν τον κατάδηλα παρανοϊκό υπερδανεισμό παγιδεύοντας ένα ολόκληρο έθνος σε αυτοχειρία, είναι απαραίτητο να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη.

Γιατί απαραίτητο; Διότι, διαφορετικά, δεν μπορεί να λειτουργήσει κράτος, συντεταγμένη πολιτεία. Η ατιμωρησία κακουργημάτων που έβλαψαν το σύνολο της κοινωνίας ακυρώνει στο σύνολό της τη θεσμοθετημένη έννομη τάξη, καταργεί τον λόγο της ύπαρξης αρχών Δικαίου. Χάνεται κάθε συνεκτική της συλλογικότητας λογική, όταν οι νόμοι ισχύουν μόνο για εγκλήματα ιδιωτών προς ιδιώτες και αδρανούν όταν πρόκειται για εγκλήματα ιδιωτών προς τη σύνολη οργανωμένη συλλογικότητα ή προς πολυπρόσωπο τμήμα της.

Σε κοινωνίες υπανάπτυκτες, καθηλωμένες στον πρωτογονισμό της αλογίας των ενορμήσεων, όπως και σε κοινωνίες παρακμιακές (που αφέθηκαν να παλινδρομήσουν στον πρωτογονισμό), οι νόμοι ισχύουν για τους κοινούς, απλούς πολίτες, αλλά όχι για τους περιβεβλημένους εξουσία, όχι για όσους κατέχουν αξιώματα ή είναι προστατευόμενοι των εξουσιαστών. Σε τέτοιες κοινωνίες («δημοκρατίες της ντροπής») ανήκει και η σημερινή Ελλάδα: οι άνθρωποι της εξουσίας έχουν φτιάξει νόμους που δεν επιτρέπουν στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης να οδηγήσουν σε δίκη, ούτε και για κατάφωρο κακούργημα, όσους εξουσιάζουν τον λαό – πρέπει να συναινέσουν οι ίδιοι οι κακουργήσαντες (η κυβερνητική στη Βουλή πλειοψηφία) για την παραπομπή τους! Και, φυσικά, σπεύδουν και αμνηστεύουν, σε ελάχιστο χρόνο, οι έχοντες «και το μαχαίρι και το πεπόνι», τα κακουργήματα που τους βαραίνουν.

Οταν μιλάμε για «κομματοκρατία» στην Ελλάδα δεν εικονογραφούμε με σχήμα λόγου την πραγματικότητα, κυριολεκτούμε. Και κορύφωμα της κυριολεκτικής τυραννίας είναι ο νομικός αποκλεισμός της δυνατότητας να λογοδοτήσουν σήμερα στη Δικαιοσύνη οι αυτουργοί του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας: αυτουργοί της καταστροφής που συντελέστηκε στη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων. Η δημοκρατία δεν είναι συνταγή για τη νομιμοποίηση άνομων μαγειρεμάτων, συνταγή που μπορεί να τη φαλκιδεύει κάθε ληστρική ή μικρονοϊκή κομματική σπείρα που θα φτάσει με γκαιμπελικές μεθόδους στην εξουσία. Η δημοκρατία είναι συλλογικό, κοινωνικό κατόρθωμα, συνάρτηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας ενός λαού. Και αυτό που μοιάζει αποκλεισμένο σήμερα, είναι να εκφράσει και να επιβάλει τη θέλησή του και την κρίση του, την όποια καλλιέργεια και ποιότητά του, ο λαός.

Οι νομοθετημένοι δρόμοι λαϊκής έκφρασης είναι φαλκιδευμένοι, γι’ αυτό και ο λαός εκφράστηκε μόνο με την οργή του: Τον ενδιέφερε μόνο να «φτύσει» το σύστημα, να αποδοκιμάσει τους αυτοαμνηστευόμενους απατεώνες. Και έφερε στην εξουσία έναν ιδεολογικό αχταρμά, μαθητευόμενους μάγους, περίπου ψυχοπαθολογικής ιδεοληψίας. Οπως έφερε και τρίτο κόμμα στη Βουλή, την άλλη ιδεοληπτική φρίκη, του εθνικιστικού τραμπουκισμού.

Η οργή που ευνόησε την πρώτη επιλογή, τον ιδεολογικό αχταρμά, οδήγησε στην κορύφωσή του τον εφιάλτη της καταστροφής, αλλά κόμισε και μία απρόσμενη έκπληξη: το πολιτικό ταλέντο του Αλέξη Τσίπρα. Το να συμπεραίνουμε ταλέντο ζώντας στο κορμί μας μια καταστροφή, προδίδει ή πελώρια αφέλεια ή οξυδερκή ψυχραιμία. Ισως το λαϊκό αισθητήριο συνάγει την κρίση έστω και μόνο (ακόμα) από τη σύγκριση: Από τα μεγέθη που επωνομάζονται Φώφη, Σταύρος, «Βαγγέλας» (λόγω των ανατριχιαστικών σεξουαλικών ύβρεων που συνοδεύουν το βιογραφικό του) ή η ανεκδιήγητη ευτέλεια Καμμένου.

Το μέτρο που προτείνει η επιφυλλίδα για να μετρηθεί ρεαλιστικά το ταλέντο Τσίπρα, είναι το αν θα παραδώσει (και πώς) στη Δικαιοσύνη τους πρωθυπουργούς και υπουργούς που υπέγραψαν τον παρανοϊκό υπερδανεισμό της χώρας.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

26/7/15

Μέλλον ευρωπαϊκό και μέλλον των Ελλήνων

Α​​πορροφημένοι από την εικόνα του ενός δέντρου, όπου έχουμε χτίσει τις φωλιές μας, χάνουμε από τα μάτια μας την εικόνα του δάσους. Ομως η ιστορική μας μοίρα αποκλείεται να είναι μοναχική.
Κοινός τόπος και τον παπαγαλίζουμε όλοι: Η Ευρώπη έχει αλλάξει, δεν αναγνωρίζεται. Οσο υπήρχε η απειλή του εφιάλτη στην Ανατολή, ο ολοκληρωτισμός της Σοβιετίας, του Μάο, των Ερυθρών Χμερ, οι κοινωνίες της Ευρώπης ήταν το σύμβολο της μάχης για την υπεράσπιση των θεσμών της δημοκρατίας, των προϋποθέσεων του κοινωνικού κράτους. Ακόμα και όταν οι ΗΠΑ διολίσθαιναν στην αυθαιρεσία του μακαρθισμού ή στη στήριξη απάνθρωπων δικτατοριών λατινοαμερικανικού τύπου, η κριτική εγρήγορση του πολιτικού αντιλόγου αντλούσε από τις αρχές των ευρωπαϊκών δημοκρατικών κατακτήσεων.

Μόλις η σοβιετική απειλή κατέρρευσε, η Ευρώπη μοιάζει να παραιτήθηκε, αυθωρεί και αμαχητί, από την ασυμβίβαστη υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών και του κοινωνικού κράτους. Παραδόθηκε «ανεπαισθήτως» στην αντίπαλη του μαρξιστικού ολοκληρωτισμού ακρότητα: στον ολοκληρωτισμό των «Αγορών». Και έτσι στην Ελλάδα, στον στενό ορίζοντα της μονόδενδρης οπτικής, έχουμε αφτιασίδωτη την εικόνα της εξωφρενικής κωλοτούμπας: Ο θλιβερός παλαιοημερολογήτης υπερασπιστής της Σοβιετίας να κόπτεται σήμερα στο βήμα της Βουλής, για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους (νοσταλγώντας, προφανέστατα, τους τζιχαντιστές της ΟΠΛΑ). Ενώ τα «φιλελεύθερα» και τα «σοσιαλιστικά» κόμματα να φρενιάζουν έξαλλα απαιτώντας την τυφλή, ειλωτική υποταγή μας στους εκβιασμούς των προστάτιδών μας «Αγορών».

Σίγουρα, η σημερινή Ελλάδα είναι ευκρινέστατο πεδίο, προκειμένου να μελετηθεί η παραίτηση της Ευρώπης από την πολιτισμική της ταυτότητα στις μέρες μας. Επιμένουν σε αυτό το τραγικό προνόμιο της Ελλάδας σοβαροί και έμπειροι πρώην ηγέτες ευρωπαϊκών κρατών, κορυφαίοι τίμιοι οικονομολόγοι, συνεπείς μαχητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Συνόψισε την πιστοποίηση του ελλαδικού προνομίου η γαλλική εφημερίδα Le Monde, καύχημα της ευρωπαϊκής δημοσιογραφίας, με τον πρωτοσέλιδο-ολοσέλιδο τίτλο, την Κυριακή του εδώ δημοψηφίσματος (5.7.2015): «Το μέλλον της Ευρώπης παίζεται στην Αθήνα». Οχι ότι παίζεται στην Αθήνα το ευρωπαϊκό μέλλον της Ελλάδας, αλλά ότι στην Αθήνα παίζεται το ευρωπαϊκό ή όχι μέλλον της Ευρώπης.

Δυστυχώς η ελλαδική μας κοινωνία, βυθισμένη σε δραματική ανθρωπολογική παρακμή, ήταν αναπότρεπτο να οδηγήσει τη διαχείριση της κορυφαίας αυτής ιστορικής ευθύνης σε παταγώδες φιάσκο. Την αναμέτρηση της Ευρώπης με την ευρωπαϊκότητά της (έστω και στην εν σμικρώ περίπτωση του ελλαδικού κρατιδίου) –αναμέτρηση της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους με τον στυγνό οικονομισμό των απάτριδων «Αγορών»– τη διαχειρίστηκε ελλαδικό πολιτικό προσωπικό φορτωμένο τις αναπηρίες της παρακμής μας: Απροετοιμασία, προχειρότητες, ιδεολογικά ρητορεύματα και ταυτόχρονα επαρχιωτικές πεφυσιωμένες συμπεριφορές, ναρκισσισμός. Κυρίως, όμως, απουσία κοινωνικού οράματος ικανού να αντιπαλαίψει τον μηδενιστικό ιστορικοϋλιστικό ολοκληρωτισμό της νεοκαπιταλιστικής, παγκοσμιοποιημένης Σοβιετίας.
Το υπόλοιπο ελλαδικό πολιτικό προσωπικό, το αντιπολιτευόμενο τους διαχειριστές της ιστορικής αναμέτρησης, αποδείχτηκε ακόμα θλιβερότερη έκφανση της παρακμής μας. Κρίσεις και χαρακτηρισμοί για αναστήματα σπιθαμιαία και κωμικά περιττεύουν. Το αποτέλεσμα βαραίνει: ένας καινούργιος φανατισμός, με πείσμα, πάθος και άρνηση κάθε λογικής, που τον μετάγγιζαν αλλόφρονα τα εκπεσμένα σε επίπεδο πρωτογονισμού εμπορικά τηλεοπτικά κανάλια.
Μεθοδικά διεφθαρμένη και εξηλιθιωμένη με την ποδοσφαιρολαγνεία και τον κρατικό τζόγο η ελλαδική κοινωνία, άγλωσση, ανιστόρητη, με πουλημένη την ψυχή της στη λατρεία του μαμωνά, έδειχνε να εγγυάται ένα θρίαμβο σαρωτικό του «ναι»: την απόλυτη κατάφαση στο χρήμα, στην καταναλωτική υστερική μονοτροπία. «Ναι» στον εκβιασμό των παντοδύναμων αγορών, στην πρόκριση του ειλωτισμού με μόνη προσδοκία τον παρά. Η θηλιά στον λαιμό (οι κλειστές τράπεζες ωμή τρομοκρατία), το φάσμα της λιμοκτονίας να παραμονεύει στο επόμενο εικοσιτετράωρο. Και μέσα σε αυτές τις εξωφρενικές συνθήκες, η παρακμιακή ελλαδική κοινωνία έκανε την έκπληξη: Χωρίς εξάρσεις, χωρίς επαναστατικές ιδεοληψίες, σεμνά, ήρεμα, σοβαρά, το 62% του λαού είπε «όχι». Και οι μανιασμένοι κοσμοκράτορες αφηνίασαν.

Αυτό το απρόσμενο λαϊκό ήθος είχε να διαχειριστεί στη συνέχεια ο κ. Τσίπρας, αυτό τα ξάφνιασμα. Αλλά με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησής του έδειξε να μην κατάλαβε ούτε τι ακριβώς συνέβη ούτε τι υποχρεώσεις δημιουργεί αυτό που συνέβη. Με τον ανασχηματισμό έδιωξε τους Δον Κιχώτες, που απαιτούσαν μάχη με τους ανεμόμυλους, δηλαδή επιστροφή στον επαρχιωτισμό της δραχμής. Δεν υποψιάστηκε όμως ότι το ευρωπαϊκό μέλλον της Ευρώπης είναι συνάρτηση του ελληνικού μέλλοντος της Ελλάδας, επομένως το παιχνίδι θα κριθεί όχι τόσο στα υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών όσο στον ανασχηματισμό Παιδείας και Πολιτισμού. Με τον κ. Μπαλτά και τη διαιώνιση της εκπαιδευτικής αστοχίας, το «όχι» στον αυτεξευτελισμό των Ελλήνων πάει χαμένο, νεκρώνονται οι ρίζες που γεννάνε τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια του λαού μας.
Είναι πρόκληση, σε ώρες τόσο οδυνηρά και επικίνδυνα κρίσιμες, να συνεχίζονται οι κυβερνητικοί ανασχηματισμοί, του τύπου της ανακύκλωσης «δευτερεύοντος κομματικού υλικού», που καθιέρωσε ο κ. Σαμαράς.
Εχοντας τώρα την άμεση και αλγεινή πείρα ο κ. Τσίπρας με ποιον αδίστακτο σκοταδισμό αντιπαλεύει, θα ήταν φυσικό να ανασχηματίζει κάθε τόσο το επιτελείο του βελτιώνοντας αδιάκοπα την ανθρώπινη ποιότητα που απαιτούν οι στόχοι της αναμέτρησης.

Ακόμα και στη φανατισμένη στο εσωτερικό της χώρας προκατάληψη δεν έχει ο πρωθυπουργός τίποτα ισχυρότερο να αντιτάξει από την ανθρώπινη ποιότητα των επιλογών του. Χωρίς να περιμένει αναγνώριση ή έπαινο, αφού η σύγχυση που δημιουργείται από την εμπάθεια είναι σωστή σκοτοδίνη: Ακόμα και όταν οι ηγέτες της Ε.Ε. κατέλυαν βάναυσα κάθε έννοια δημοκρατίας υποδείχνοντας στον ελληνικό λαό τι απαιτούσαν να ψηφίσει, μεγάλη μερίδα των Ελλήνων τούς δικαίωνε, με το δικαιολογητικό ότι οι κυβερνήτες μας ήταν αναξιόπιστοι! Ή ήταν αδύνατο για τους τυφλά φανατισμένους να ξεχωρίσουν αν η «στάγδην» παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες ήταν ωμός, απάνθρωπος γκανγκστερικός εκβιασμός ή παιδαγωγικό επιτίμιο για να συνετιστούν οι κακόδοξοι κυβερνήτες μας.

Την αλήθεια του πρωτοσέλιδου-ολοσέλιδου τίτλου της Monde (ότι το ευρωπαϊκό μέλλον της Ευρώπης είναι συνάρτηση του ελληνικού μέλλοντος της Ελλάδας) ο κ. Τσίπρας έδειξε να την κατάλαβε τόσο όσο την καταλάβαιναν και ο κ. Σαμαράς, ο κ. Σημίτης, ο βραχύς κ. Καραμανλής. Αν διαφέρει ο κ. Τσίπρας, τουλάχιστον σε ταλέντο, μένει να αποδείξει ότι ξέρει να διδάσκεται «καθ’ οδόν».
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

20/7/15

Πρωτεύει πολιτικά η κοινωνική αναμόρφωση

Γ​​νώρισε δοκιμασίες σκληρές ο Ελληνισμός από τότε που συρρικνώθηκε, για λόγους αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας, σε εθνικό κράτος. Κινδύνεψε, όχι λίγες φορές η κρατική του υπόσταση, απειλήθηκε επανειλημμένα η εδαφική του ακεραιότητα, ξεριζώθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί από κοιτίδες πανάρχαιες καταγωγής τους. Εζησε πολέμους, ξενικές κατοχές, φτώχεια, βασανιστικές στερήσεις, προδόθηκε ή αδικήθηκε βάναυσα από «συμμάχους» και «προστάτες». Γεύτηκε την ντροπή ώς το μεδούλι της ψυχής του ο Ελληνας για σπιθαμιαίους ηγέτες του, ανίκανους, εγωλάγνους, ξιπασμένους μεταπράτες ιδεολογιών, που δίχασαν τον λαό και τον ματοκύλισαν. Χώρια η πίκρα και ο καϋμός για την προγραμματική στο κράτος απαιδευσία που εξασφάλιζε ευκολότερη εξαγορά ψήφων και συνειδήσεων – την παγίωση του πρωτογονισμού του αποκαλούμενου «πελατειακό κράτος».

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, όχι επιπόλαια, ότι στη δραματική αυτή διαδρομή των δύο αιώνων κρατικού βίου, είχαν οι Ελληνες κάποια αντιστηρίγματα σθεναρά: Είχαν γλώσσα, που την πίστευαν ατίμητο κληροδότημα, παθιάζονταν για την ακεραιότητά της. Είχαν ζωντανή ιστορική συνείδηση, αντλούσαν αυτοπεποίθηση και κριτήρια αρχοντιάς από την Ιστορία τους. Συνέχιζαν, έστω εθιμικά, τυπολατρικά, αλλά διέσωζαν τη διαφορά του εκκλησιαστικού «τρόπου» από την ατομοκεντρική, νομική θρησκευτικότητα.

Σήμερα και τα τρία αυτά αντιστύλια έχουν μάλλον απολείψει: Η ασυλία της αγλωσσίας καλύπτει αναρίθμητο πλήθος δημόσιων αγορητών, μέχρι και πρώην πρωθυπουργούς. Ετσι και ο ανταποκριτής της Κρατικής Τηλεόρασης μπορεί να μεταδίδει, καθημερινά, ανακοινώσεις του Διεθνή Νομισματικού Ταμείου (ναι: το διεθνές, του διεθνή!!). Χωρίς να διανοείται κανείς να του διακόψει την ανταπόκριση και να τον απολύσει παραχρήμα. Σήμερα, παράλληλα, λογαριάζεσαι σαν «προοδευτικός» πολίτης μόνο αν δηλώνεις μαχητικός αντι-πατριώτης διεθνιστής και προπαγανδίζεις στην τηλεόραση, πουλώντας εντυπώσεις, ότι οι Ελληνες, τετρακόσια χρόνια υπόδουλοι στους Τούρκους είχαν άνετο βίο, και το 1821 επαναστάτησαν μόνο στοιχεία του κοινωνικού περιθωρίου, ληστοσυμμορίτες πλιατσικολόγοι. Σήμερα, τρίτο, έστω και η υποψία για τη διαφορά του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη φυσική, την ενστικτώδη θρησκεία του ατομοκεντρικού νομικισμού απουσιάζει προκλητικά από τον επίσημο λόγο των κορυφαίων της τυπολατρίας.

Δεν μοιάζει να υπάρχει κανένα συλλογικό, βιωματικό αντιστήριγμα, στόχος κοινός που να εξασφαλίζει τη συνοχή των Ελλήνων. Τα κριτήρια που διαβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής, τη χαρά της ζωής, είναι αποκλειστικά και μόνο οικονομικά, μετράνε την καταναλωτική ευχέρεια. Καθιέρωσε αυτά τα κριτήρια μια συγκεκριμένη πολιτική, υπηρετική του πελατειακού κράτους: πολιτική ασύδοτων παροχών, επιδοτήσεων, χαριστικών διορισμών και σκανδαλωδών συνταξιοδοτήσεων, ατιμώρητης λεηλασίας του κρατικού ταμείου, για να εξαγοραστούν ψήφοι.

Το κλίμα που δημιούργησε αυτό το πολύχρονο και ξέφρενο γλεντοκόπι της ασύδοτης κομματοκρατίας, διέλυσε (στην κυριολεξία) τον κοινωνικό ιστό, μετέβαλε την κάποτε ελλαδική κοινωνία σε ζούγκλα ακοινωνησίας, πρωτόγονων εγωκεντρικών θωρακίσεων. Ο πολύ πρόσφατος μανιασμένος διχασμός οπαδών του «όχι» και οπαδών του «ναι» δεν αντιθέτει πολιτικές επιλογές, πεποιθήσεις, ιδεολογικές σκληρύνσεις.

Μοιάζει μάλλον να συσπειρώνει τον ορμέμφυτο, άλογο πανικό για το ενδεχόμενο απώλειας της ευμάρειας ή αποκλεισμού κάθε προοπτικής για κατάκτηση της ευμάρειας.
Ο,τι ονομάζουμε παρακμή είναι, ακριβώς, η παραίτηση των πολλών από το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. Για να «κοινωνήσει» ο άνθρωπος τις εμπειρικές του πιστοποιήσεις, αλλά και τις σκέψεις, τις κρίσεις, τις γνώμες του, πρέπει να διασώζει την ετοιμότητα να αναγνωρίσει στον άλλον ή στους άλλους μιαν ορθότερη ενδεχομένως πιστοποίηση, άποψη, οπτική – να δεχθεί - παραδεχθεί πιθανό του σφάλμα, έλλειψη, αστοχία, επομένως την ανάγκη να προσλάβει και αξιοποιήσει αυτό που ο άλλος τού προσφέρει. Αυτή την κοινωνική ετοιμότητα την αποκλείει ο πρωτογονισμός της εγωτικής αυτάρκειας, το ένστικτο αυθυπεράσπισης, αυτοθωράκισης, επιβολής. Υπερασπίζοντας την ποδοσφαιρική ομάδα που επέλεξα, το κόμμα που ψηφίζω, τις ιδεολογικές μου πεποιθήσεις, τη θρησκευτική μου «πίστη», τις κρίσεις-γνώμες μου για πρόσωπα ή γεγονότα, υπερασπίζω ενστικτωδώς (γι’ αυτό και συνήθως ανεπίγνωστα) το εγώ μου, την αυτοκαταξίωσή μου, την αυτοπροστασία μου. Αυτή η υπεράσπιση είναι ορμέμφυτη, λογικά ανεξέλεγκτο ένστικτο, τυφλή ανάγκη.

Η αντίσταση στην επιθετική εγωτική αυτοάμυνα, η ελευθερία από τον ορμέμφυτο εγωκεντρισμό, συνιστά ό,τι ονομάζουμε «καλλιέργεια» του ανθρώπου, «πολιτισμό». Να είχες κατακτήσει πολιτισμό και να τον απεμπόλησες, το λέμε «παρακμή», το να είσαι πάντα καθηλωμένος στον κτηνώδη ατομοκεντρισμό, το λέμε «βαρβαρότητα». Στη σημερινή Ελλάδα, η παρακμιακή εγωπάθεια διαλύει κάθε λειτουργία σχέσεων κοινωνίας της ζωής και της χρείας. Στις συζητήσεις των άλλοτε φίλων, των γειτόνων, των άγνωστων της ουράς στα ΑΤΜ, είναι αδύνατο να πραγματωθεί συν-ομιλία. Ολοι τα ξέρουμε όλα, είμαστε όλοι φανατισμένα σίγουροι ότι κατέχουμε την αλάθητη αλήθεια.
Κάθε ένας μας σήμερα είναι απόλυτα βεβαιωμένος ότι διαθέτει την απόλυτης εγκυρότητας πηγή πληροφοριών: Κάποιον γνωστό ή γνωστόν γνωστού από τον οποίο και εξασφαλίζουμε την αυθεντική είδηση!
Κατέχουμε όχι μόνο την εγγυημένα ορθή ερμηνεία γεγονότων, δηλώσεων, ενεργειών των διαχειριστών της ζωής μας, αλλά ξέρουμε με αράγιστη σιγουριά και τις προθέσεις τους: Πού απέβλεπαν, σε τι αποσκοπούσαν, τι σχεδίαζαν κρυφά και προετοίμαζαν ύπουλα ή ευφυέστατα οι άρχοντες, που το εγώ μας έχει επιλέξει να τους θαυμάζει ή να τους βδελύσσεται.
Η ανάκαμψη από μια τέτοια κατρακύλα στον πρωτογονισμό της ανάγκης για εγωτική κατασφάλιση και υπεροχή δεν κατορθώνεται σε εβδομάδες ή μήνες, ούτε με την τυφλότερη δυνατή πειθάρχηση στον εξανδραποδισμό που επιβάλλουν οι «προηγμένες» κοινωνίες των κοιτίδων του ατομοκεντρικού παλιμβαρβαρισμού. Μοναδικό όπλο μιας συλλογικότητας για να φτάσει να γίνει κοινωνία, να ελευθερωθεί είτε από την «προηγμένη» καταναλωτική αποκτήνωση είτε από τον βυθισμό στην εξαθλιωτική φτώχεια, μοναδικό όπλο-μέσο-εργαλείο είναι η πολιτική. Η ζωή μας και η ποιότητα της ζωής μας, το γόνιμο ή το εφιαλτικό μέλλον των παιδιών μας, θα κριθούν από τις πολιτικές επιλογές μας: Χρειαζόμαστε πολιτικούς με νοο-τροπία κοινωνικού αναμορφωτή, όχι διαχειριστή συνταγών καταναλωτικής βουλιμίας.
Κυρίως: χρειαζόμαστε σοβαρότητα, όχι άλλα καραγκιοζιλίκια.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

13/7/15

Φανατισμένος πρωτογονισμός

Οι Τράπεζες πιθανότατα θα ξαναβρούν τους ρυθμούς τους –η αίσθηση του πανικού, με τις Τράπεζες κλειστές να μοιράζουν αντίδωρο, θα ξεχαστεί. Και η αγορά κάποτε θα ξαναζωντανέψει, κάποιο χρήμα, με οποιοδήποτε όνομα, θα υπηρετήσει το δούναι και λαβείν.

Θα επανεκκινήσουν οι επιχειρήσεις, η ισχνή μας παραγωγή, οι αναγκαίες, ίσως και οι θρασύτερες εισαγωγές, οι δειλές, συνεσταλμένες πάντοτε εξαγωγές. Ο κατ’ ευφημισμόν «πολιτισμός» μας (παγκοσμιοποιημένος τρόπος του βίου) δεν ευνοεί την αξία της παραγωγικής εργασίας ούτε την αξιολόγηση της ποιότητας, ποντάρει κατά προτεραιότητα στο κυνηγητό της «ευκαιρίας», σε επενδυτές και τζογαδόρους. Γι’ αυτό και η έννοια του μισθού θα συνεχίσει συνώνυμη με τη συγκαταβατική παραχώρηση, όχι με την αποτίμηση του μόχθου, της ικανότητας και δημιουργικότητας, της προσφοράς. Αντίστοιχη μεταχείριση θα συνεχίσει να έχει και ο αποταμιευμένος μόχθος: Η σύνταξη, κατασφάλιση των γηρατειών και της ανημπόριας, θα απαξιώνεται όλο και περισσότερο – ίσως και τιμωρητικά, στην ελλαδική, ειδικότερα, παρακμιακή κοινωνία, όπου η προσδοκία της αποστρατείας - αεργίας είναι στόχος υπέρτερος της δημιουργικής φιλοδοξίας.

Ο εφιάλτης λοιπόν, που ζήσαμε για κάποιες μέρες στη χώρα μας, αργά ή γρήγορα θα καταλαγιάσει, ο τρόμος και ο πανικός της οικονομικής ανασφάλειας θα ημερέψουν με τον καιρό. Αυτό που αποκλείεται να ατονήσει ή να εξαλειφθεί είναι ο πρωτογονισμός, σαν στοιχείο ταυτότητας της ελλαδικής κοινωνίας. Στοιχείο που ελλοχεύει και ανεξέλεγκτα κατά περίσταση γιγαντώνεται, έρπητας πολυμερής και πολυπλόκαμος, καθοριστικός της νοο-τροπίας και του ψυχισμού μας. Ο πρωτογονισμός σημαίνει τον αχαλίνωτο ατομοκεντρισμό, την αλογία της κτηνώδους ιδιοτέλειας. Χάνεται κάθε αίσθηση κοινού συμφέροντος, κάθε ανάγκη να κοινωνηθούν επιδιώξεις και στόχοι. Εκρήγνυται ο πρωτογονισμός σαν τσουνάμι αυτοκαταστροφικής παραφροσύνης, αντικοινωνικής ενορμητικής θηριωδίας.

Υπάρχουν συμπτώματα χρόνιου πρωτογονισμού στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης: Η ασχήμια, βαναυσότητα και τυραννική αυθαιρεσία της γραφής συνθημάτων στους τοίχους και της ασύδοτης αφισοκόλλησης, που οι κρετίνοι τη βάφτισαν: «ελεύθερη διακίνηση ιδεών»! Ο βανδαλισμός σχολικών και πανεπιστημιακών κτιρίων. Οι απεργίες «κοινωνικού κόστους».

Σαράντα χρόνια τώρα, σιωπηρά νομιμοποιημένος ο πρωτογονισμός των κομματανθρώπων εξασφαλίζει την ατιμωρησία του εγκληματικού περιθωρίου, των λεγόμενων «αντιεξουσιαστών» κουκουλοφόρων. Καίνε κτίρια και ανθρώπους, έχουν οπλοστάσια με αναρίθμητες βόμβες μολότωφ, δολοφονικά στυλιάρια, τσεκούρια, βαριοπούλες, μπορούν όποτε θέλουν να καταλύουν και να εξευτελίζουν το κράτος. Στο όνομα ποιου κοινωνικού οράματος, ποιας πολιτικής στόχευσης; – ο παραλογισμός είναι απόλυτος.

Ο πρωτογονισμός της μισανθρωπίας και του εγκλήματος αποδεσμεύεται και από τα ιδεολογικά, δήθεν πολιτικά προσχήματα, για να πραγματώσει την καταστροφή σαν αυταξία: Σε ολόκληρη την Ελλάδα, από άκρη σε άκρη, τα σήματα και οι πινακίδες της Τροχαίας είναι κατεστραμμένες, αχρηστευμένες: με αυτοκόλλητα επιθέματα, με σπρέι χρωματισμένες - ακυρωμένες. Από ψυχοπαθολογική μισανθρωπία και μόνο, δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία. Μόνο να παραπλανηθεί ο συνάνθρωπος, να βρεθεί σε λάθος κατεύθυνση, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να υποστεί ατύχημα. Ανάλογος ο πρωτογονισμός και όσων κλέβουν τις «κουλούρες» (σκεπάσματα) από τις τουαλέτες των νοσοκομείων, τις κουρτίνες από τους θαλάμους, τα τηλεχειριστήρια.

Ιδιος ο πρωτογονισμός και του πολιτικού φανατισμού: τυφλός, άλογος. Γεννήθηκε σαν σαρωτική λαίλαπα με αφορμή την προκήρυξη δημοψηφίσματος από την κυβέρνηση. Και δεν ανάφλεξε αυτή τη φορά ο φανατισμός τις μάζες των γηπέδων, τις εθισμένες να ακολουθούν άσκεφτες και άκριτες ενορμήσεις. Κύριος φορέας των πρωτόγονου φανατισμού αυτή τη φορά ήταν οι εύπορες (κατά τεκμήριο «καλλιεργημένες») κοινωνικές ομάδες.

Εφιαλτικά τα συμπτώματα: Να μην μπορούν πια να συζητήσουν μεταξύ τους φίλοι, δοκιμασμένης στον χρόνο αμοιβαίας εκτίμησης και πιστότητας, άνθρωποι με υψηλή κατάρτιση, οξύνοια και ευαισθησία. Να μην μπορούν να ανεχθούν και να σεβαστούν την αντίθετη γνώμη του φίλου τους, αλλά ούτε καν μια κοινή ψύχραιμη λογική ανάλυση των αντίπαλων θέσεων και επιχειρημάτων.

Μάλλον για πρώτη φορά στη νεότερη Ιστορία, ο πρωτογονισμός του φανατισμού έμοιαζε εισαγόμενος από την πάντοτε ψύχραιμη, ορθολογική Ευρώπη: Αρχηγοί ευρωπαϊκών κρατών, υπουργοί, πρόεδροι των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., βγήκαν, έκδηλα ντοπαρισμένοι από πείσμα, να υποδείξουν στους πολίτες κράτους - μέλους της νομισματικής ένωσης ευρωπαϊκών κρατών τι να ψηφίσουν και τι να μην ψηφίσουν σε, εσωτερικό στη χώρα τους, δημοψήφισμα. Και έφτασαν να συνοδεύουν την υπόδειξη με απροκάλυπτες εκβιαστικές απειλές.

Οπως πάντοτε, λάδι στη φωτιά του φανατισμού έριξε ο πρωτογονισμός των μέσων πληροφόρησης. Κάθε κανάλι και μετερίζι, μονότροπης εκδοχής γεγονότων και δεδομένων, μονοδιάστατης οπτικής, στρεβλωτικών της πραγματικότητας «βεβαιοτήτων». Πρωτογονισμός κυριολεκτικά αχαλίνωτος: Σε ηλεκτρονική εφημερίδα είχε αναρτηθεί διάγγελμα του πρωθυπουργού εικόνα και λόγος, αλλά κάθε τόσο η εικόνα αποσυρόταν, ο λόγος συνέχιζε, για να εμφανιστούν στη θέση της εικόνας υβριστικά, απαξιωτικά του πρωθυπουργού σχόλια. Τόσο πρωτόγονη διαχείριση του κοινωνικού λειτουργήματος της πληροφόρησης, σίγουρα ούτε σε φυλή των Παπούα.

Οι ψυχραιμότεροι αναγνωρίζουν σύμπτωμα πολιτικού πρωτογονισμού (ή έστω βαθιάς καθυστέρησης) και στις ομαδικές διακηρύξεις κοινών πολιτικών θέσεων - επιλογών - πεποιθήσεων από γνωστούς στη δημοσιότητα διανοούμενους, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Ποιος στόχος υπηρετείται με τέτοιες δημόσιες ομαδικές δηλώσεις; Να «φωτιστεί» ο «αγράμματος όχλος» από τις σοφές και ενάρετες επιλογές, την ακαταμάχητη αυθεντία των κορυφαίων του παλκοσένικου της δημοσιότητας; Αλλά τότε, γιατί το Σύνταγμα ορίζει να είναι η ψήφος των πολιτών μυστική; Προνοεί η συνταγματική επιταγή μόνο για την κατοχύρωση της εθελοντικής εχεμύθειας; Ή και για την προστασία του πολίτη από τον αθέμιτο ανταγωνισμό: την αντιπαράθεση της δικής του σκέψης και κρίσης στη σκέψη και κρίση «φωστήρων» πιθανής δοκησισοφίας;

Βέβαια, η πιο ωμή και απροσχημάτιστη έκφανση πρωτογονισμού, ενστικτώδικου ατομοκεντρισμού, είναι η επέλαση στιφών στα σούπερ μάρκετ και στα βενζινάδικα: να εξασφαλίσουν με άμετρη βουλιμία «προμήθειες», μόλις εμφανιστεί έστω και υποψία ενδεχόμενου περιορισμού της καταναλωτικής ευχέρειας. Σημάδι ότι καμιά διαχειριστική πολιτική, η ιδιοφυέστερη, δεν πρόκειται ποτέ να λύσει τον γόρδιο δεσμό που καθηλώνει τον λαό μας στην παρακμή. «Οραμα» λείπει από τη χώρα, στόχος συλλογικού βίου άλλος από την καταναλωτική μονοτροπία.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

6/7/15

«Το τρίτον της συγκρίσεως»

Ε​​ικόνα σημαδιακή, ίσως εικονογραφήσει κάποτε βιβλία – της Ιστορίας: Εξημμένοι «Ευρωπαίοι» και μαινόμενες «Ευρωπαίες» του ελληνόφωνου (περίπου) βαλκανικού νότου, με εμφανέστατη την προτεραιότητα των καταναλωτικών ενδιαφερόντων τους (αμφιέσεις και εξαρτήματα επιδεικτικής ευπορίας) να κραυγάζουν τινάζοντας ψηλά τις ποικιλμένες με κοσμήματα γροθιές τους, για να διαδηλώσουν την αφοσίωσή τους στην «Ευρώπη». Ρυθμικές οι φωνές και τσιρίδες, αίτημα το ένα και ποθητό όνομα: Ευ-ρώ-πη, Ευ-ρώ-πη.
Τι συγκεκριμένο σήμαινε η λέξη γι’ αυτούς τους ερζάτς διαδηλωτές; Το αποκάλυπταν στα λιγοστά πανώ τους: «Παραμονή στο ευρώ». Θα κυριολεκτούσαν, αν αντί για «Ευρώπη» φώναζαν: «λεφτά», «τζάμπα χρήμα», «να συνεχίσουν τα πακέτα», οι επιδοτήσεις, ο εξωφρενικός δανεισμός. Με οποιοδήποτε τίμημα. Μπροστά στο ενδεχόμενο να μειωθεί η καταναλωτική ευχέρεια (η μοναδική χαρά ζωής, μοναδική σκοποθεσία βίου των ρινόκερων), τίποτε άλλο δεν λογαριάζεται – συλλογική αξιοπρέπεια, κρατική ανεξαρτησία, γλώσσα, Ιστορία, κατά κεφαλήν καλλιέργεια, τα καταπίνει όλα ο ρεαλισμός του μοναδικού οράματος ευτυχίας: να παραμείνει το Ελλαδέξ στο κλαμπ των παραλήδων της Ευρώπης.
Φυσικά, οι προσχηματικές αιτιολογήσεις του πάθους και του φανατισμού για την παραμονή μας στην Ευρωζώνη είναι εξωραϊσμένες, ψυχολογικά επεξεργασμένες: «Θέλουμε τη χώρα μας Ευρωπαϊκή, να μην την παραδώσουμε στα παιδιά μας σαν Αλβανία του Χότζα», έγραφε η προκήρυξη των οργανωτών της διαδήλωσης. «Να παραμείνουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια». Αλλά, αν ευρωπαϊκή οικογένεια σημαίνει: σεβασμό των νόμων και των θεσμών, δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, του κοινοβουλίου, της κυβέρνησης, συνεπή διάκριση των εξουσιών, εύρυθμη Δικαιοσύνη που προστατεύει την οργανωμένη κοινωνία πατάσσοντας τα κρούσματα διαπλοκής άνομων συμφερόντων με την εξουσία, κρούσματα διαφθοράς κρατικών λειτουργών και πολιτικών αρχόντων – αν σε τέτοιους στόχους στοχεύουμε ζητώντας να παραμείνουμε στο ευρώ, τότε γιατί στα δεκατέσσερα χρόνια που βρισκόμαστε ως ισότιμα μέλη στη νομισματική αυτή οικογένεια δεν κατορθώσαμε ούτε ένα πόντο προόδου στην προώθηση των ευγενικών ονείρων μας;
Αποδείχθηκε περίτρανα, για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, ότι τα εκπληκτικά προνόμια της μετοχής μας στο «κλαμπ των πλουσίων και ισχυρών» της Ευρώπης όχι μόνο δεν ανέστειλαν, αλλά και μεγέθυναν με τρόπο εφιαλτικό τη διαφθορά, τη σήψη, τον αμοραλισμό στη χώρα μας. Με ποια εχέγγυα η παραμονή μας στο ευρωπαϊκό νόμισμα θα επιφέρει, τώρα ξαφνικά, την ίαση και μεταστροφή μας; Αλλά και με ποια εχέγγυα η έξοδός μας από το ευρώ θα λειτουργήσει θαυματουργικά προς θετική κατεύθυνση;
Αν υπάρχει ένας ουσιωδέστατος λόγος για να παραμείνουμε στην ομάδα των χωρών που πρωτοπορούν έμπρακτα (όχι με θεωρίες) στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, είναι η δημιουργική (και με ταυτότητα - ετερότητα) συμβολή μας σε αυτό το προβάδισμα. Ο Ελληνισμός επιβίωσε μέσα στην Ιστορία, ακόμα και με χαμένη την πολιτική του αυτονομία, όσο σάρκωνε μιαν εναλλακτική πρόταση ή και σαφώς αντιπρόταση στον θρησκευτικό (άρα και πολιτικό) ολοκληρωτισμό του Αυγουστίνου, στη μηχανιστική νοησιαρχία του ακινάτειου και καρτεσιανού cogito, στον αμφιπρόσωπο μηδενισμό του Ιστορικού Υλισμού: μαρξιστικό και καπιταλιστικό.
Εναλλακτική πρόταση ή και σαφώς αντιπρόταση είναι ο Ελληνισμός, όχι στο επίπεδο της ιδεολογίας (εθνικισμού, θρησκοληψίας, πολιτικού αυταρχισμού), αλλά στο έμπρακτο επίπεδο του «τρόπου»: άλλου νοήματος, άλλης πρακτικής, άλλων στόχων της συλλογικότητας και των θεσμών της. Ομως αυτή η ετερότητα του ενεργού ελληνικού «τρόπου» είναι μια πραγματικότητα ολοφάνερα πια χαμένη. Ακόμα και το συμβολικό απομεινάρι του ελληνικού «τρόπου», ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, με άρθρο του στην «Κ», πριν από δυο Κυριακές, βγήκε να μας πει, «δίχως αιδώ ή λύπην», ότι «Ευρώπη και Ελλάδα είναι δύο αναπόσπαστες όψεις της ίδιας πέτρας... με πρωτογενή υλικά την ελληνική παιδεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον χριστιανισμό»! Δεν διευκρίνισε σε ποιαν ελληνική παιδεία αναφερόταν: στον Αριστοτέλη του Δαμασκηνού, του Μαξίμου, του Γρηγόριου Παλαμά ή στον Αριστοτέλη τον Ακινάτη και των Σχολαστικών; Σε ποιο Δίκαιο: στις «Νεαρές» του Ιουστινιανού ή σε μεσαιωνικές νομοθεσίες που τιμωρούσαν τον φόνο με πρόστιμο και την κλοπή με καταδίκη σε θάνατο; Σε ποιον χριστιανισμό: αυτόν του αυγουστίνειου «απόλυτου προορισμού», της θεοκρατίας και των εφιαλτικών ενοχών της concupiscentia ή στον χριστιανισμό που προβάλλει ως πρότυπο πληρότητας της ζωής την ερωτική αυτοπροσφορά;
Ντροπής μνημείο του εξευτελιστικού αφελληνισμού των Ελλήνων, λαού που απεμπόλησε ιλιγγιώδη θησαυρίσματα ανθρώπινης ελευθερίας και καλλιέργειας, για να τρέχει πίσω από χάντρες και καθρεφτάκια για κάφρους. Ούτε περιγράφεται ούτε αντέχεται ο εκπεσμός μας σε τέτοιον πρωτογονισμό μεταφυσικών αναζητήσεων, πολιτικών απαιτήσεων, κοινωνικών στοχεύσεων.
Θα μπορούσε, για δεύτερη φορά μετά την εφιαλτική Τουρκοκρατία, μέσα στις εκκλησιές να σωθεί το «πολυτίμητο τζιβαϊρκόν» της αρχοντιάς των Ελλήνων: η συνέχεια της γλώσσας, η συνέχεια του αθλήματος της κοινωνίας των σχέσεων (η ενορία – κοινότητα), η υψηλή καλλιέργεια του τραγωδικού ήθους, της ζωγραφικής και μουσικής ευαισθησίας. Αν υπήρχε έστω ένας επίσκοπος που να καταλαβαίνει τη λαϊκή μας παράδοση όχι σαν ιδεολογία και φολκλόρ, αλλά ως τη μόνη κοινωνικά ριζοσπαστική αντιπρόταση στον μηδενισμό και ολοκληρωτισμό του Ιστορικού Υλισμού – του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΔΝΤ και των «αγορών», αδιάφορο.
Το ιστορικό μας τέλος των Ελλήνων δεν τεκμαίρεται από το γεγονός ότι όλα τα πολιτικά κόμματα, χωρίς εξαίρεση, έχουν μόνο διαχειριστική, ιστορικο-υλιστική αντίληψη της πολιτικής, την ίδια με τους δανειστές μας – μετράνε τη ζωή με το χρήμα, την ευτυχία με την καταναλωτική ευχέρεια. Το ιστορικό μας τέλος βεβαιώνεται κυρίως από το γεγονός ότι δεν υπάρχει επίσκοπος που να καταλαβαίνει ότι η «πόλις»-πατρίδα θεμελιώνεται στο «νόημα» της ύπαρξης και συνύπαρξης και όχι στο «πρωτογενές πλεόνασμα» εισοδημάτων.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

28/6/15

Κριτική πρόσληψη, όχι στείρα μίμηση

Τ​​α πέντε χρόνια της «κρίσης», όπου κρίση ονοματίσαμε την οικονομική μας (και όχι μόνο) χρεοκοπία, πρέπει να έδειξαν τις αργόσυρτες στον χρόνο αιτίες της ιστορικής παρακμής μας των Ελλήνων.

Αλλά να τις δείξουν σε ποιους; Ενα από τα πιο αρνητικά συμπτώματα της παρακμής είναι και το γεγονός ότι στην ελλαδική κοινωνία δεν υπάρχουν ανοιχτά θέματα για διερεύνηση, απορίες, ζητούμενα. Ολοι τα ξέρουμε όλα – έχει ο καθένας μας την αράγιστη βεβαιότητα ότι διαθέτει την εγκυρότερη δυνατή πληροφόρηση, τη συνεπέστερη λογική ανάλυση της πληροφορίας, το «δικαίωμα» να εκφράζει γνώμη για οποιοδήποτε, έστω και άκρως εξειδικευμένο θέμα. Δεν πρέπει να υπάρχει άλλος λαός σήμερα στην υφήλιο με τόσο δραματικά μειωμένη τη μετριοπάθεια, τη σεμνότητα, τόσο υψηλούς τους δείχτες απαιτήσεων παντογνωσίας, ορθοκρισίας, διορατικότητας.

Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς, πόσοι από εμάς τους Ελληνώνυμους σήμερα είναι σε θέση να διακρίνουν και να συνειδητοποιήσουν αν η διάλυση, η σήψη, ο εξευτελισμός που ζούμε, πέντε χρόνια τώρα, είναι μια συγκυριακή, περιπτωτική κρίση ή προχωρημένο στάδιο αδυσώπητης παρακμής.

Το ξεχώρισμα της κρίσης από την παρακμή δεν είναι πρόβλημα για θεωρητικούς της ιστοριογραφίας ή της κοινωνιολογίας. Είναι προϋπόθεση για την ορθή διάγνωση, που θα οδηγήσει και στο σωστό φάρμακο.

Βέβαια, εδώ που πια βρισκόμαστε, μοιάζει να είναι αργά και για ορθές διαγνώσεις και για φάρμακο αποτελεσματικό. Η κρίσιμη κοινωνική μάζα που θα μπορούσε να καθορίσει τον προσανατολισμό των σημερινών Ελλήνων, δεν έχει τον μπούσουλα, δηλαδή τα κριτήρια, για να το κάνει.
Κάτι που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει είναι ότι: παλεύουμε δυο αιώνες τώρα να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και δεν τα καταφέρνουμε. Ο καθένας μας έχει την εξήγησή του γι’ αυτή την ανημπόρια: Ο οξυνούστατος Παναγιώτης Κονδύλης την ερμήνευε καταφεύγοντας στην «καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία» – αλλά αστική τάξη θα αναπτυσσόταν, μόνο αν είχαμε καταφέρει να γίνουμε «Ευρωπαίοι», επομένως η ερμηνεία του αυτοακυρώνεται συνιστώντας «λήψιν του ζητουμένου». Κυνηγός λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Κώστας Αξελός εντόπιζε την αποτυχία εξευρωπαϊσμού ως συνέπεια του επαρχιώτικου «ελληνοκεντρισμού» που περιθωριοποίησε τους Ελλαδίτες, τους καθήλωσε σε μια ψευδαισθητική αυτάρκεια. Την ίδια ουσιαστικώς ερμηνεία υιοθέτησε (ex conversio) και ο Στέλιος Ράμφος, αποδίδοντας όλα τα δεινά του μη εξευρωπαϊσμού μας στον «ψυχικό μηδενισμό της βυζαντινής (ασκητικής) απορρίψεως του κόσμου».

Παραλλαγές αυτών των ερμηνευτικών εκδοχών κυκλοφορούν πολλές: «Φταίει η Τουρκοκρατία», «ο κοτζαμπασισμός», «ο χαρακτήρας» των Ελλήνων: ο εγωισμός τους, η ροπή τους προς τη διχοστασία, η αδυναμία τους να μονοιάσουν, να συνεργαστούν. Ολες αυτές οι ερμηνείες προϋποθέτουν δύο a priori παραδοχές, δύο αυτονόητα, μη επιδεχόμενα συζήτηση «αξιώματα»: Πρώτον, ότι ο εξευρωπαϊσμός των Ελλήνων ήταν και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζονται οι Ελληνες για να επιβιώσουν ιστορικά, να στήσουν κράτος, να γνωρίσουν «πρόοδο» και «ανάπτυξη», να ευτυχήσουν. Και δεύτερον, ότι κριτήριο για την επιλογή και πρόσληψη του μοντέλου της Δύσης δεν είναι οι ανάγκες μας των Ελλήνων, οι πιθανές ιδιαιτερότητες των αναγκών μας, οι μακραίωνοι ιστορικοί μας εθισμοί, οι διαφορές στον χαρακτήρα, στη νοο-τροπία. Το μοντέλο της Δύσης είναι αυταξία, πρέπει να πειθαρχήσουμε τις ανάγκες μας στις προδιαγραφές του μοντέλου, όχι να επιλέξουμε από το μοντέλο ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα τις ανάγκες μας.
Μια κριτική, επιλεκτική πρόσληψη του μοντέλου θα έσωζε την ελευθερία αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων, την ενεργό διάσωση ιδιαιτεροτήτων, που θα συνιστούσαν γόνιμη ετερότητα μετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι. Αντίθετα, η άνευ όρων υποταγή στο πρόσλημμα συνιστά εθελούσια αλλοτρίωση, μίμηση και πιθηκισμό, επαρχιώτικη ξιπασιά – παραίτηση από κάθε ετερότητα προσφοράς στις επικαιρικές και τρέχουσες διεθνείς ζυμώσεις.
Στοιχείο ταυτότητας του δυτικού μοντέλου είναι η απόλυτη προτεραιότητα του κριτηρίου της χρησιμότητας. Η γλώσσα είναι χρηστικό εργαλείο συν-εννόησης και κατα-νόησης, η Ιστορία πεδίο άντλησης χρηστικών «διδαγμάτων» και τίτλων ισχύος ηγεμονικής, η θρησκεία εχέγγυο τυφλών, δογματικών «βεβαιοτήτων» που θωρακίζουν το εγώ και του τρέφουν την προσδοκία για μια «αιώνια», ατέρμονη σε γραμμικό χρόνο επιβίωση της ναρκισσιστικής αυτασφάλισης.

Στοιχείο ταυτότητας του ελληνικού «τρόπου» ή πολιτισμού ήταν η απόλυτη προτεραιότητα της αναζήτησης του αληθούς: να κατορθώσουμε το αληθές ως «τρόπο» της ύπαρξής μας. Τότε η γλώσσα είναι γεγονός κοινωνίας της εμπειρίας του αληθούς, η Ιστορία πεδίο πολιτικής πραγμάτωσης του αληθούς (πραγμάτωσης του κοινού αθλήματος της «πόλεως»), η μεταφυσική επίσης άθλημα έμπρακτης μετοχής σε εκείνο τον κοινωνούμενο «τρόπο» που οδηγεί στο να υπάρχεις επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς.

Εμείς, οι κάφροι του σημερινού Ελλαδιστάν, θυσιάσαμε τη γλώσσα των Ελλήνων στον βωμό της χρησιμότητας, κάναμε «μονοτονική» τη γραφή της για να στοιχίζουν λιγότερα οι γραφομηχανές και τα τυπογραφικά, αλλά και για να «ευκολύνονται» τα παιδιά, να γρυλίζουν ανετότερα με τα greeklish. Κάναμε την Ιστορία ιδεολόγημα, που ο καθένας το προσαρμόζει στην εγωκεντρική του ξιπασμένη επιλογή: «προοδευτικού», εθνικιστικού ή μηδενιστικού στραβού καπέλου. Ατιμάσαμε (επισήμως) τη ραχοκοκαλιά του «τρόπου», ή πολιτισμού μας, το εκκλησιαστικό γεγονός, το μεταλλάξαμε σε «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία»!, ναι, σε πρωτογονισμό ατομοκεντρικής θρησκείας.

Δεν είχαμε ποτέ στον τόπο μας τη συσσώρευση κεφαλαίου σαν αυτοσκοπό, γι’ αυτό ούτε και απρόσωπη βιομηχανική εργατιά, δηλαδή ποτέ προλεταριάτο. Αλλά για να φαινόμαστε «Ευρωπαίοι» ονοματίσαμε τα κόμματά μας σαν τάχα «Δεξιά» και σαν δήθεν «Αριστερά» ή σαν κωμικό μεσοβέζικο «Κέντρο» για να μπορούμε να αερολογούμε στο βουλευτήριο παριστάνοντας τους εκσυγχρονισμένους, εξευρωπαϊσμένους. Δεν έχει απομείνει τίποτε πια που να σώζει ελληνική ιδιαιτερότητα στα χώματά μας και στις ακτές μας, στα όσα λέμε και στα όσα πράττουμε. Είμαστε ολοκληρωτικά τελειωμένοι. Ψωμοζητάμε, και δεχόμαστε να μας λοιδορεί άνετα ο κάθε δανειστής μας ή συμπαίζουμε αδιάντροπα.

Ξέρω ότι υπάρχουν κάποιοι πιστοί αναγνώστες της επιφυλλίδας που, χρόνια τώρα, συζητάνε κάθε Κυριακή μαζί μου, χωρίς (ευτυχώς) να συμφωνούν με όλα όσα διαβάζουν. Θέλω να τους εμπιστευτώ το βιβλίο μου που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο»: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα». Είναι μία συγκεφαλαίωση (νομίζω και διασάφηση) του καίριου, ζωτικού προβλήματος της διαφοράς του Ελληνισμού από τη Δύση. Με τη διαφορά να μη σημαίνει οπωσδήποτε αντιπαλότητα.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

22/6/15

Το μόνο ρεαλιστικό ισοδύναμο

Ε​​ρωτήματα που γεννάει, μέσα από την αγωνία, η σύνεση:

Αποκλείεται να αγνοούν οι δανειστές της Ελλάδας, πως αν η χώρα δεν αρχίσει να παράγει, αν συνεχίσει μόνο να δανείζεται και να καταναλώνει όλο και πιο στενεμένα, δεν θα πάρουν ποτέ πίσω ούτε όλα ούτε μέρος των χρημάτων τους.

Αποκλείεται να αγνοούν ότι, όσος δανεισμός κι αν προστεθεί, παραγωγικότητα δεν μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα ούτε να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα, αν δεν στηθεί λειτουργικός κρατικός μηχανισμός: οργανωτικός, ελεγκτικός, δικαστικός, εισπρακτικός.

Αποκλείεται να αγνοούν οι δανειστές μας ότι, για να στηθεί λειτουργικός κρατικός μηχανισμός, πρέπει να καταλυθεί με συνέπεια το πελατειακό κράτος. Το πελατειακό κράτος για να καταλυθεί, θα αρκούσαν δύο και μόνο νομοθετήματα: Να καθιερωθεί στις εκλογές η μονοεδρική περιφέρεια, και να εισαχθεί το ασυμβίβαστο του βουλευτικού και του υπουργικού αξιώματος. Ασφαλώς το ξέρουν, αλλά δεν το απαιτούν.

Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, προσλαμβάνει χαρακτήρα προκλητικότατου εμπαιγμού η πεισματική εμμονή των δανειστών σε μέτρα που αυξάνουν προσωρινά τις κρατικές εισπράξεις, χωρίς να ενδιαφέρονται για το πραγματικό παραγωγικό αντίκρισμα αυτής της αύξησης. Κατατρίβονται να παζαρεύουν, αν ο ΦΠΑ σε κάποια είδη θα είναι μία μονάδα μεγαλύτερος ή μικρότερος, κόπτονται για να εισαχθεί η πώληση των φαρμάκων στα πολυκαταστήματα. Και αδιαφορούν παγερά για τη διαιώνιση του πελατειακού κράτους, που είναι η θεμελιώδης αιτία της διαφθοράς, σήψης και διάλυσης του κρατικού μηχανισμού και των κοινωνικών θεσμών στην Ελλάδα.

Είναι προκλητικό σκάνδαλο να «διυλίζουν τον κώνωπα, οι δανειστές μας, και να καταπίνουν την κάμηλον», διότι με αυτό τον τρόπο εμφανίζονται να συμπαίζουν αναιδέστατα με τις κομματικές συντεχνίες της σήψης και της διαφθοράς. Να καλύπτουν τους υπόδικους αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας, να συμπαίζουν με αδίστακτους λωποδύτες των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και αναπτυξιακών προγραμμάτων. Απαιτούν οι δανειστές να περικοπούν ακόμα περισσότερο οι συντάξεις της λιμοκτονίας, αλλά δεν διανοούνται να ζητήσουν το διαπλεκόμενο με τα κομματικά συμφέροντα ισοδύναμο: Να απολυθούν τα σμήνη των χρυσοπληρωμένων αργόσχολων υπαλλήλων της Βουλής, να περιοριστούν σε διακόσιους (200) οι βουλευτές, να μειωθεί δραστικά το υπαλληλικό προσωπικό κάθε βουλευτή, τα αυτοκίνητα και οι οικονομικές απαλλαγές που τους παρέχονται. Να πάψει το κράτος να πληρώνει τα μυθώδη ενοίκια των κομματικών γραφείων, τα ιλιγγιώδη χρέη των κομμάτων στις Τράπεζες.

Επιμένουν με ανεξήγητο σαδισμό οι δανειστές να παζαρεύουν μονάδες αύξησης των ποικίλων μορφών κεφαλικού φόρου που έχουν επιβάλει οι πολιτικοί στους πολίτες. Δεν διανοούνται να ζητήσουν το διαπλεκόμενο με κομματικά συμφέροντα ισοδύναμο που θα εξασφάλιζε ο τίμιος επανέλεγχος δημόσιων εργολαβιών και προμηθειών, των τελευταίων (έστω και) είκοσι χρόνων. Το ισοδύναμο από τη δήμευση περιουσιών των πρωθυπουργών και των υπουργών Εθνικής Οικονομίας που υπέγραψαν τον εγκληματικό, εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας.
Αλλά το άκρως οδυνηρό για την ελλαδική κοινωνία γεγονός είναι ότι, τέτοια ρεαλιστικής ανακούφισης του λαού «ισοδύναμα» δεν διανοείται να τα προσφέρει ούτε και η τάχα «αριστερή» σημερινή κυβέρνηση. Οι δανειστές μας (και οι αδίστακτες «Αγορές» που τους ποδηγετούν) δείχνουν να έχουν πανικοβληθεί από το γεγονός ότι μία από τις χώρες της Ε.Ε. απέκτησε «αριστερή» (κάποιοι ιδεοληπτικοί των Βρυξελλών λένε «κομμουνιστική») κυβέρνηση – αντιδρούν σαν να προσβλήθηκε από επικίνδυνο ιό το έμβρυο της ενωμένης Ευρώπης. Αλήθεια, δεν έχουν την ψυχραιμία να δουν ότι πρόκειται και πάλι για μια κυβέρνηση με απολύτως «διαχειριστική» αντίληψη της πολιτικής; Για μιαν απολύτως συντηρητική του κατεστημένου κυβέρνηση;

Δεν έχουν όραμα για να εμπνεύσουν τον λαό οι σήμερα κυβερνώντες, και κατά τούτο δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τον πρασινο-γάλαζο νεκρόψυχο κυβερνητικό πολτό που προηγήθηκε. Θέλουν να λέγονται «αριστεροί», χωρίς να σώζουν τίποτα από τον κοινωνιοκεντρισμό της θυσιαστικής Αριστεράς. Μοναδική φιλοδοξία της «αριστερής» μας κυβέρνησης, που την τρέμουν οι «Αγορές», είναι να «διαχειριστεί» και αυτή το χρέος, αλλά με φανταιζίστικες παραλλαγές (και αυτοσχεδιάζοντας παιδαριωδώς). Εχει αρχίσει να στήνει κι αυτή το δικό της κομματικό κράτος, να διορίζει τα «δικά της παιδιά», να στελεχώνει δημόσιους οργανισμούς και θεσμούς με τους γνωστούς ευτελείς «μαϊντανούς» που προσφέρονται σε κάθε κυβέρνηση για τις «αδιαφανείς» δουλειές.

Δυστυχώς δεν επιχειρούνται δημοσκοπήσεις με τη φιλοδοξία και την επαγγελματική ικανότητα να διερευνήσουν κριτήρια και προθέσεις: Πώς και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, από πέμπτο κόμμα στη Βουλή, στις εκλογές του 2009, και με ποσοστό 4,6% της προτίμησης των πολιτών, βρέθηκε δεύτερο κόμμα στις εκλογές του 2012, με ποσοστό 16,78% και πρώτο κόμμα, μέσα σε τρία χρόνια, με 36,34%, στις εκλογές του περασμένου Γενάρη; Ετσι ραγδαία και ανεξήγητα δύο εκατομμύρια διακόσιες σαράντα έξι χιλιάδες πολίτες διολίσθησαν στον «μπολσεβικισμό», όπως φαντασιώνονται πανικόβλητοι οι σοφοί των Βρυξελλών, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ; Και αντίστοιχα: πώς και γιατί ένα κόμμα του κοινωνικού και πολιτικού περιθώριου, η «Χρυσή Αυγή», με ποσοστό 0,29% στις εκλογές του 2009, βρέθηκε τρίτο στη Βουλή κόμμα τον Γενάρη του 2015, με 18 έδρες; Ραγδαία και ανεξήγητα τετρακόσιες χιλιάδες πολίτες διολίσθησαν στον «νεοναζισμό», όπως φαντασιώθηκε η «προοδευτική» στην Ελλάδα διανόηση και το δίδυμο Σαμαρά - Μπαλτάκου;

Εμείς, οι Ελλαδίτες, είμαστε πια μια παρακμιακή κοινωνία βυθισμένη στην παράνοια και στον βουλιμικό πρωτογονισμό – δεν έχουμε το ενδιαφέρον να ασχοληθούμε σοβαρά με το τι ακριβώς μας συμβαίνει. Αλλά οι σοφοί (προηγμένοι πολιτισμικά) δανειστές μας, αν θέλουν να πάρουν πίσω το σύνολο ή ένα μέρος των χρημάτων τους, δεν θα έπρεπε να μελετούν σοβαρά το πού παραπέμπουν τα εκρηκτικά φαινόμενα του ΣΥΡΙΖΑ και της «Χρυσής Αυγής»; Αν τα φαινόμενα δηλώνουν τυφλή λαϊκή (εκδικητική) αντίδραση σε ένα ανήθικο και ανίκανο, κυριολεκτικά σάπιο πολιτικό σύστημα, δεν θα ήταν συμφέρον των δανειστών να ποντάρουν σε «ισοδύναμα» των οικονομικών τους απαιτήσεων υπονομευτικά της σήψης του πολιτικού στην Ελλάδα κατεστημένου;

Θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους, μόνο αν πετύχουν να στηθεί στην Ελλάδα λειτουργικός κρατικός μηχανισμός: οργανωτικός, ελεγκτικός, δικαστικός, εισπρακτικός. Αφού καταλυθεί αμείλικτα το πελατειακό κράτος, η συνταγματικά παντοδύναμη κομματοκρατία. Και αφού λειτουργήσει νέμεση: να λογοδοτήσουν οι αυτουργοί της σημερινής καταστροφής.

Το ρεαλιστικό ισοδύναμο της καταβολής των οφειλών μας είναι η ανατροπή της διαχειριστικής πολιτικής μωρίας.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

16/6/15

Λούμπεν αρχηγοί και ο άτολμος

Τη συνεδρία της Bουλής, στις 5 του τρέχοντος Iουνίου το βράδυ, τη συγκάλεσε ο πρωθυπουργός. Hθελε να έχει από τους αρχηγούς των κομμάτων γνώμες, κρίσεις, προτάσεις για την εξέλιξη των σχέσεων της χώρας με τους δανειστές της. Tην κρισιμότητα του θέματος τη συνειδητοποιούσε, σίγουρα, κάθε πολίτης. Mε δεδομένη όμως την «καχεξία του αστικού στοιχείου» (που διαπίστωνε και ο Παναγιώτης Kονδύλης) είναι δύσκολο να διαγνωστεί το ποσοστό των πολιτών που μπόρεσαν εκείνο το βράδυ να αντιληφθούν, με απροκατάληπτη κριτική νηφαλιότητα, ποια εικόνα παρακμής εμφάνισε το ελλαδικό κοινοβούλιο, πόση ντροπή φορτώνει στην ελληνική κοινωνία το πολιτικό προσωπικό της χώρας.

H επιφυλλίδα καταθέτει υποκειμενική, φυσικά, εκτίμηση – αφορμή διασταύρωσης κριτικών θεωρήσεων. Στο επίπεδο πρωταρχικά της αστικής ευπρέπειας, πριν από την πολιτική ορθότητα. Tο πρώτο, συγκλονιστικό δεδομένο εκείνο το βράδυ ήταν η απρέπεια κάποιων αγορητών.

Tο χυδαϊκό ύφος, η οργίλη εμπάθεια, οι χλευαστικές λοιδορίες, το επιθετικό μένος, η καταφυγή σε βαρείς καταλογισμούς δημιούργησαν, αμέσως μετά την εισηγητική αγόρευση του πρωθυπουργού, κλίμα τελείως άσχετο με τα κρινόμενα θέματα. Παρακάμφθηκαν αυτοστιγμεί τα ανελέητα τελεσίγραφα των δανειστών, η επάρκεια ή ανεπάρκεια των κυβερνητικών ανταπαντήσεων. Kυριάρχησε ο πληγωμένος από την εκλογική ήττα φτηνιάρικος εγωισμός: «Tι είχαμε κατορθώσει εμείς, ποια καταστροφή φέρατε εσείς... εμείς, εσείς... εμείς, εσείς» – τίποτε άλλο.

H οικονομική ασφυξία της κοινωνίας, ο πανικός των Eλλήνων, η ανυπόφορη αγωνία τους, παραμερίστηκαν. Aναπαράχθηκε ακαριαία η σημειωτική του καβγά με φωνακλάδικα μικρονοϊκά γυναικάρια σε σοκάκι πολίχνης ή φανατισμένους ποδοσφαιρόφιλους σε λαϊκό καφενέ. Aποκαλυπτική και η γλώσσα του σώματος: σπασμωδικές, αυτιστικές χειρονομίες, το κορμί κυρτό, αγκυλωμένο από την ένταση, το μονότονο πάθος, σχεδόν υστερική η εκφορά του λόγου, επιτεινόμενο το φορτσάρισμα στο μέταλλο της φωνής. «Eμείς, εσείς... εσείς τα άθλια, εμείς τα κρείττονα». Ξέφρενη εγωκεντρική υστερία, χωρίς αίσθηση του αυτεξευτελισμού, χωρίς συνείδηση της ντροπής.

Kάποιοι βουλευτές, σχεδόν μόνιμα όρθιοι στα έδρανά τους, να τσιρίζουν για να νικήσουν την ισχύ των μεγαφώνων, αρνούμενοι να διαλεχθούν, απαιτώντας αυτό που μάθανε στα τηλεοπτικά «παράθυρα»: μόνο να ακούγονται, όχι να ακούν. Παχύσαρκοι ρήτορες, ασθμαίνοντες από τις στεντόρειες φωνασκίες τους και τις νευροσπαστικές χειρεκτεινάξεις, συμπλήρωναν το πανδαιμόνιο – την εικόνα του πολιτικού προσωπικού μιας κοινωνίας άρρωστης, με το λούμπεν περιθώριο να την εκπροσωπεί χρυσοπληρωμένο.

Kαι κυρίαρχο ντεκόρ της αθλιότητας ο ενδυματολογικός «αντικονφορμισμός»! Για να μην ξεχωρίζουν οι κομματικές «συνελεύσεις» της θεσμοθετημένης αναίδειας και των αμείλικτων «συντροφικών αλληλομαχαιρωμάτων» από τις αναμετρήσεις του ψυχοπαθολογικού ναρκισσισμού στη Bουλή. Mε ελαχιστότατες εξαιρέσεις, η ηρωική επανάσταση για την εξάλειψη της γραβάτας αποκάλυψε τέτοιον αισθητικό πρωτογονισμό, τέτοια βάναυση κακογουστιά και ακαλαίσθητη «πόζα», ώστε ακόμα και η Bουλή στο Eλλαδιστάν να κραυγάζει την εθνική παρακμή – παρακμή που ακκίζεται σαν «προοδευτική» πρωτοπορία. Mε κορυφαίον του μετεμψυχωτικού μοντερνισμού τον σοβιετικό κ. Kουτσούμπα.

***
Στην κοινοβουλευτική συνεδρία για την οποία μιλάμε, ο πρωθυπουργός ήταν ευπρεπής, έχει αυτό το προτέρημα. Bαρύνεται με σοβαρά λάθη και πολύ περισσότερες παραλείψεις. Aλλά θα ήταν τυφλή εμπάθεια να τον συγκαταριθμήσει κανείς με τους λούμπεν κομματικούς αρχηγούς του σημερινού κοινοβουλίου. Για τον τρόπο που διαπραγματεύεται με τους δανειστές και για την επιλογή των συνεργατών του, παρά τις τεράστιου κόστους αστοχίες, ο μη επιπόλαιος πολίτης, προκειμένου να τον κρίνει, περιμένει «το τελευταίον εκβάν»: την κατάληξη του έργου που ανέλαβε.

Bέβαια, οι παραλείψεις του προκαθορίζουν την κατάληξη του έργου του. Aλλά δεν αποκλείουν την έκπληξη. Aντίθετα, το περιθώριο της έκπληξης έχει ολοκληρωτικά εξαντληθεί για τους υπόλοιπους κομματάρχες. Oσοι κυβέρνησαν ήδη τη χώρα, και μάλιστα σε άνετη διάρκεια χρόνου, έδειξαν και απέδειξαν ότι το σκαρί τους ή το μπόι τους δεν είναι για εκπλήξεις. Για τους υπόλοιπους αρκεί ως βεβαίωση το ανάστημα που έχουν επιδείξει στα «τσικό» της Bουλής.

Aυτή την ώρα προέχει να μπει χαλινάρι στις απαιτήσεις που προβάλλουν οι δανειστές. Kαι είναι τετράγωνα λογικό ότι αυτή η χαλιναγώγηση θα ήταν ασύγκριτα πιο τελεσφόρα, αν ο Aλέξης Tσίπρας είχε την έμπνευση και την τόλμη του κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Nα «βγει πιο μπροστά» από εκεί που τον θέλουν οι δανειστές μας, να τολμήσει όχι «προσαρμογές», αλλά τομείς: Nα ξαναστήσει κράτος εξ υπαρχής – καινούργια άρθρωση, δομή, λειτουργική λογική σε κάθε πτυχή του δημόσιου τομέα. Tα top επιτελεία που χρειάζεται ένα τέτοιο ηράκλειο εγχείρημα, μπορεί να του τα προσφέρει η «άλλη» Eυρώπη: θεσμοί και οργανισμοί που πρόφτασαν να τους στήσουν οι πολιτικοί οραματιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πριν παραδοθεί η Eυρώπη στις ορντινάντσες των «Aγορών».

Aλλά δεν τολμάει ο Aλέξης Tσίπρας: φοβάται την αξιοκρατία, τον συνεχή έλεγχο της ποιότητας, την άμιλλα, τα μέτρα της αριστείας. Φοβάται, όχι επειδή είναι «αριστερός», αλλά γιατί είναι παγιδευμένος στα μέτρα των σπιθαμιαίων που προηγήθηκαν. Tρέμει να απολύσει τους κομματικά διορισμένους φυγόπονους, ανίκανους, παρασιτικούς. Eίναι δέσμιος του πελατειακού κράτους, πελατεία του δεν είναι οι από τους άλλους, τους σπιθαμιαίους διορισμένοι, είναι οι από τις «συνιστώσες» του κόμματός του συνδικαλισμένοι. Δεν διακινδυνεύει να παλαίψει για κοινωνική δικαιοσύνη: φοβάται να δικάσει τους προκατόχους του που υπέγραψαν τον ολετήριο υπερδανεισμό της χώρας, να ελέγξει εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου, αυτουργούς της καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος.

Δεν έχει όραμα νεκρανάστασης της πεθαμένης ελλαδικής κοινωνίας: να φτιάξει (χωρίς ένα ευρώ επιπλέον κόστος) τα καλύτερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης, τις υψηλότερες σε επίπεδο Σχολές θεωρητικών επιστημών. Eχει στο κόμμα του τον Λαοκράτη Bάσση και επιλέγει για υπουργό Παιδείας τον Aριστείδη Mπαλτά. Aυτή η επιλογή μετράει το ανάστημά του.

Aλλά είναι νέος. Kαι έχει την ποιότητα να κυοφορήσει την έκπληξη.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

8/6/15

Στο εσωτερικό το κυρίως μέτωπο

Το σενάριο της χρεοκοπίας το συνόψισε ο Κώστας Καλλίτσης στην «Κ» της περασμένης Κυριακής (31.5.2015): «Αν δεν πληρωθεί μια δόση στο ΔΝΤ, όλο το χρέος της χώρας (περίπου 320 δισ. ευρώ) μπορεί να κηρυχθεί απαιτητό από τους δανειστές... Η οικονομική δραστηριότητα θα παγώσει πλήρως... ουδείς θα πληρώνει οποιαδήποτε υποχρέωσή του (από δόση έως μισθό), τα δημόσια έσοδα θα μηδενιστούν... Είναι βεβαία η επιβολή capital controls: Για να μην ερημώσει η χώρα και οι Τράπεζες από κεφάλαια, ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας θα υπογράψει Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που θα βάλει φραγμούς στην κίνηση κεφαλαίων και στην ανάληψη καταθέσεων. Οι εισαγωγές (σε μια κατεξοχήν εισαγωγική χώρα) θα κοπούν, ως εκ τούτου και μέρος της παραγωγής θα σταματήσει λόγω έλλειψης πρώτων υλών, οι εξαγωγές θα συρρικνωθούν. Χιλιάδες θέσεις εργασίας θα καταστραφούν. Εκτεταμένες ελλείψεις σε κρίσιμα αγαθά (φάρμακα, ενέργεια κ.ά.) θα σημειωθούν. Θα επιβληθεί όριο ανάληψης στις καταθέσεις, π.χ. 50 ή 70 ευρώ/μέρα, και στον μισθό που θα (αν) καταβάλλεται μέσω Τραπέζης».

Τα υπόλοιπα τα φαντάζεται κανείς ρεαλιστικότατα: Κλίμα πανικού, οι κουκουλοφόροι στους δρόμους μαζί με χιλιάδες λαθρομετανάστες. Λεηλασίες καταστημάτων, υπεραγορών, Τραπεζών, ληστείες και μαχαιρώματα καταμεσής του δρόμου, άκριτες εκδικητικές σφαγές, λιντσαρίσματα, εξαφάνιση της αστυνομίας, ερήμωση των νοσοκομείων, ακινησία των μέσων μεταφοράς. Το κράτος στην Ελλάδα (η δημοσιοϋπαλληλία) λειτουργεί πια μόνο επειδή υπάρχει μισθός – χρόνια τώρα έχει ολοκληρωτικά αποσβεσθεί κάθε ίχνος συνείδησης «δημόσιου λειτουργού», κοινωνικής προσφοράς.

Πιθανολογώντας το μάλλον αναπότρεπτο μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα συντελεσμένα που επιμένουμε να παραβλέπουμε: Τα τελευταία σαράντα χρόνια κυριάρχησε ολοκληρωτικά και αυτονόητα η «προοδευτική» αντίληψη ότι ο διορισμένος από το κόμμα στο Δημόσιο έχει ανταλλάξει την ψήφο του και την κομματική του στράτευση με την ισόβια σίτισή του από το κράτος, χωρίς άλλη παραμικρή υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία. Ακριτα, ρουσφετολογικά διορισμένος και χωρίς να έχει αξιολογηθεί ποτέ η δουλειά του, ο κρατικός υπάλληλος δεν αισθάνεται συντελεστής της κρατικής λειτουργίας: η υπαλληλική του ιδιότητα είναι απλώς το πρόσχημα για να εξαγοράζεται η ψήφος του, ισοβίως, από κάποιο κόμμα ή πολιτευτή. Αν σταματήσει ο μισθός, τελειώνει και η σχέση του με τα κοινά.

Μπροστά στον εφιάλτη της επερχόμενης ή ενδεχόμενης καταστροφής ο Αλέξης Τσίπρας έχει ένα και μοναδικό δίλημμα: Ή να χρησιμοποιήσει τη μοιραία απειλή του υπέρογκου, τερατώδους χρέους και τις απαιτήσεις των δανειστών σαν μοχλό για να αλλάξει ριζικά τους όρους λειτουργίας του κράτους ή να συνεχίσει τον μικρονοϊκό αριβισμό των προκατόχων του. Ακόμα και ένας βραδύνους ή μωρόπιστος (αλλά απεξαρτημένος από το κομματικό αφιόνι) μπορεί, σήμερα πια, να καταλάβει ότι κάθε συμβιβασμός είναι θανάσιμος: Δεν γίνεται να συνδυαστούν, να συνυπάρξουν, το πελατειακό κράτος, ο αχαλίνωτος αντικοινωνικός συνδικαλισμός, η «προοδευτική» αναξιοκρατία (δικτατορία της ισοπέδωσης) με την οικονομική ανάκαμψη, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ποιότητα της ζωής, την εθνική ανεξαρτησία.

Οι προϋποθέσεις της καταστροφής είναι συντελεσμένες, απαρτισμένες. Αν τα διεθνή συμφέροντα συντηρούν με σταγονόμετρο ελεημοσυνών την επιβράδυνση της «τεχνικής» χρεοκοπίας, αυτό δεν σημαίνει τίποτε το παρήγορο για την προγραμμένη χώρα μας. Ούτε τα παιδιακίσια καμώματα λεονταρισμών του Παναγιώτη Λαφαζάνη, η αφ’ υψηλού ναρκισσιστική ψυχραιμία του Ιωάννη Βαρουφάκη ή τα τραμπουκικά παραληρήματα τηλεοπτικών αστέρων του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να αναχαιτίσουν τον επερχόμενο εφιάλτη, την αμεσότητα της θανατερής απειλής.

Οι δανειστές απαιτούν ποσοτική σμίκρυνση του κράτους, αδιάκριτες απολύσεις, κούρεμα μισθών. Σαφώς κοντόφθαλμη η λογική τους, προσπάθεια να θεραπευτεί ο καρκίνος με ασπιρίνες. Το δικό μας πρόβλημα είναι: να πάψει ο διορισμός στο Δημόσιο να σημαίνει χαριστική σίτιση στο πρυτανείο διά βίου, η δημοσιοϋπαλληλία να γίνει στίβος καριέρας για τα πιο δημιουργικά μυαλά. Αυτή την εξαιρετικής κοινωνικής δυναμικής στόχευση δεν την διανοήθηκε ποτέ ο λαϊκισμός της κομματοκρατίας – ούτε ο ολετήριος πρασινογάλαζος ούτε ο αριστερόσχημος ιδεοληπτικός.

Ακόμα κι αν ο επαπειλούμενος εφιάλτης είναι προδιαγεγραμμένος, πραγμάτωση του σεναρίου που είχε καταγγείλει η Νάομι Κλάιν (αν οι «Αγορές» χρειάζονται και την Ελλάδα, μαζί με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, σε κατάσταση μόνιμης εξαθλίωσης, να ψωμολυσσάνε), ακόμα και έτσι, η τύχη μας είναι στα χέρια τα δικά μας: Κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τις καίριες, ριζοσπαστικές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, που θα ξανάδιναν στον λαό μας γλώσσα, ιστορική συνείδηση, υψηλή κατά κεφαλήν καλλιέργεια – ακαταμάχητες προϋποθέσεις ιστορικής επιβίωσης αλλά και αναπτυξιακής δυναμικής.

Χλευάζουν οι εκάστοτε κρατούντες σαν «συνωμοσιολογική» τη ρεαλιστικότατη υπόνοια ότι: το υπουργείο Παιδείας, από τη μεταπολίτευση και μετά, ελέγχεται «αλλαχόθεν» – όχι ιθαγενώς. Ομως τίποτε προφανέστερο από το γεγονός ότι, για τους κεντρικούς άξονες της εκπαιδευτικής πολιτικής (χρησιμοθηρία και ατομοκεντρισμός στα σχολειά, μεθοδική αποδιοργάνωση της ιστορικής συνέχειας –λειτουργικού πλούτου– της γλώσσας, συστηματική αποδόμηση της ιστορικής συνείδησης) ο κάθε κύριος Μπαλτάς συνεχίζει απαρέγκλιτα το έργο της κάθε κυρίας Γιαννάκου και η κάθε κυρία Γιαννάκου το έργο του κάθε κυρίου Βερυβάκη. Οποια τυχόν, έστω και μόνο ανακαινιστική, παρεκτροπή (τύπου Αννας Διαμαντοπούλου), θα έρθει να την ξηλώσει επιμελημένα κάποιος (εντολοδόχος;) Αρβανιτόπουλος.

Το κυρίως μέτωπο του αγώνα για την ιστορική επιβίωση του Ελληνισμού δεν είναι η αντιμαχία με τους δανειστές μας και τον μινώταυρο του υπέρογκου χρέους. Το κυρίως μέτωπο είναι στο εσωτερικό: Γλώσσα, ιστορική συνείδηση, καλλιέργεια κοινωνικής ευαισθησίας. Μια κοινωνία σε κατάρρευση, με μηδενισμένη κάθε ποιότητα ζωής πέρα από την καταναλωτική ευμάρεια, είναι αδύνατο να επιβιώσει, έστω με διαμάντια στο υπέδαφός της.

Πολιτικό σχήμα που να αντιλαμβάνεται αυτή την αλήθεια, δεν υπάρχει. Επομένως, ούτε ελπίδα;
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

2/6/15

Δεν είναι κρίση, είναι παρακμή

Ονομάζουμε «οικονομισμό» την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία: Ο πολιτικός προβληματισμός και οι πολιτικές στοχεύσεις δεν αντλούνται από τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν αποβλέπουν σε αυτές. Αφορούν και αποβλέπουν κατά απόλυτη προτεραιότητα (ή αποκλειστικά) στις απαιτήσεις εξισορρόπησης λογιστικών μεγεθών, στην κατασφάλιση των Τραπεζών – όχι στη διακονία της συλλογικότητας και των προβλημάτων της.

Σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας επιβάλλουν στην καταχρεωμένη χώρα μας, εκβιαστικά, τον οικονομισμό. Και οι ελλαδικές κυβερνήσεις (τόσο του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά της ντροπής, που προηγήθηκε, όσο και της αριστερο-παρδαλής ασυνεννοησίας που ακολούθησε) πειθαρχούν στον εκβιαστικό οικονομισμό άτσαλα, σπασμωδικά, αυτοσχεδιάζοντας. Αποτέλεσμα: Πέντε χρόνια τώρα, εφιαλτικά τα μεγέθη της ανεργίας, γκανγκστερική ατίμωση των συμβολαίων που είχε υπογράψει το κράτος με τους λειτουργούς του (εν ενεργεία ή σε σύνταξη), διάλυση των υπηρεσιών υγείας και νοσοκομείων, ανυπαρξία επιστημονικής έρευνας, μηδενισμός των εξοπλιστικών προϋποθέσεων εθνικής άμυνας, και μύρια ανάλογα. Θυσίες εξωφρενικές, μόνο για να επιτευχθούν εκείνοι οι δείκτες οικονομικών μεγεθών, που θα πείθουν τους δανειστές για τη σίγουρη επανάκτηση των χρημάτων τους.

Οταν μια χώρα φτάνει στη χρεοκοπία (από ξέφρενες σπατάλες του πολιτικού της προσωπικού στον βωμό της συντήρησης του πελατειακού κράτους) η υγιής (δηλαδή λογική) στάση είναι να κηρύξει αδυναμία πληρωμών προς τους δανειστές της. Το ρίσκο στην περίπτωση αυτή είναι να χάσει, για κάποιο διάστημα, πηγές δανεισμού. Και η ευκαιρία είναι να ξαναστήσει, από την αρχή, την οικονομία της σε στέρεες, υγιείς βάσεις. Στοιχειώδης προϋπόθεση για την υγιή - λογική στάση είναι να λειτουργήσει νέμεσις: Να τιμωρηθούν με δήμευση περιουσίας οι αυτουργοί του κακουργήματος της εξωφρενικής δανειοληψίας. Και να αναζητήσουν οι πολίτες καινούργιους πολιτικούς ηγέτες, ικανούς να λειτουργήσουν ως κοινωνικοί αναμορφωτές.

Η υγιής λύση δεν προκρίθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας. Την κρίσιμη ώρα ο πρωθυπουργός ήταν ολίγιστος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διακοσμητικός, οι κοινωνικοί θεσμοί (Δικαιοσύνη, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Ενοπλες Δυνάμεις, Ακαδημία Αθηνών, Επισκοπικό Σώμα) ιδιοτελέστατα παραιτημένοι από την ευαισθησία και τις ευθύνες για τα κοινά. Και ταυτόχρονα οι δανειστές είχαν έγκαιρα προνοήσει να κατασφαλίσουν δικαιώματα δήμευσης των «φιλέτων» από την κοινωνική περιουσία των Ελλήνων.

Να μην ξεχνάμε ότι, σε αντίθεση με τους χαυνωμένους από την καταναλωτική υστερία Ελλαδίτες, οι δανειστές ήξεραν πολύ καλά, όταν δάνειζαν, ότι διακινδύνευαν έναν παρανοϊκό υπερδανεισμό – η δανειολήπτης χώρα ήταν αδύνατο, στον αιώνα τον άπαντα, να αποπληρώσει τέτοιο υπέρογκο χρέος. Οπως ήξεραν και ότι, το μεγαλύτερο μέρος του πακτωλού των χρημάτων που δάνειζαν στην Ελλάδα θα επέστρεφε στις δικές τους Τράπεζες, ως προϊόν της καταλήστευσής τους (ωμής λωποδυσίας) από την «άρχουσα» στην Ελλάδα τάξη. Ηξεραν, ακόμα, ότι θα ήταν ευκολότατο να επιβάλουν στους σπιθαμιαίους κυβερνήτες της ελλαδικής μπανανίας συμφωνίες αποπληρωμής του εξωφρενικού χρέους («μνημόνια») που μόνο κάφροι θα τις αποδέχονταν – καθιστούσαν την Ελλάδα κράτος εθελούσια παραιτημένο από την ανεξαρτησία του, με ταπεινωτική, ακραίου εξευτελισμού επιτόπια επιτρόπευση υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών.

Οι σπιθαμιαίοι του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά δεν μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν ότι η καταστροφή που συντελέστηκε στη χώρα ήταν και ευκαιρία «επανίδρυσης» του κράτους: Με μοχλό τις απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών θα μπορούσαν να κατορθωθούν καίρια διαρθρωτικά (κοινωνικής ανασυγκρότησης) επιτεύγματα: Να θεμελιωθεί ριζικά καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα (υπήρχε, ως μαγιά, η πρόταση Τάσου Γιαννίτση και αγνοήθηκε). Να επανακριθούν οι στρατιές των πρόωρα ή χαριστικά συνταξιοδοτημένων και των διορισμένων με κομματικά σημειώματα στο Δημόσιο. Να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η οργάνωση υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών. Να απεξαρτηθεί νομοθετικά ο συνδικαλισμός από τα κόμματα. Να επανελεγχθούν οι υπερβάσεις των συμβάσεων εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου τα τελευταία σαράντα χρόνια. Να δημευθούν επίσης περιουσίες για τις χαριστικές επιδοτήσεις και τη διαγραφή χρεών των πολιτικών κομμάτων, των ραδιοτηλεοπτικών συγκροτημάτων, των εταιρειών επαγγελματικού αθλητισμού.

Κοντολογίς: να καταλυθεί το πελατειακό κράτος, κάτι που μόνο σε συνθήκες εξόφθαλμης καταστροφής μπορούσε να επιχειρηθεί. Μόνο με μοχλό τη φρίκη της ανεργίας, την κατοχική εικόνα των μαγαζιών με τα κατεβασμένα ρολά, τις ουρές των πεινασμένων στα συσσίτια της Εκκλησίας, μόνο στο κλίμα αυτού του πανικού θα μπορούσαν τα κόμματα να αρνηθούν για την πελατεία τους τον ρόλο του προαγωγού. Αλλά μαζί με την εφιαλτική συγκυρία, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και η ενεργητική βούληση των κομματαρχών να αποδουλωθούν από τη φαυλότητα και τη λαμογιά. Να φιλοδοξήσουν τη σωτηρία από τον επονείδιστο στιγματισμό που θα συνοδεύει το όνομά τους, αιώνες αιώνων, στις σελίδες της Ιστορίας.

Φυσικά και δεν είχαν ούτε την αρετή ούτε την τόλμη για τέτοιο ανδραγάθημα. Κάποια στιγμή, μπροστά σε καινούργια απαίτηση των δανειστών για παραπέρα μείωση μισθών και συντάξεων, η σοσιαλ-δεξιά κυβέρνηση παραιτήθηκε, κατεσπευσμένα, προκηρύσσοντας εκλογές. Κεντρικός άξονας και αυτής της προεκλογικής αντιπαράθεσης δεν ήταν η αντιμετώπιση του δεδομένου εφιάλτη της καταστροφής, αλλά μικρονοϊκές μωρολογίες για «πρωτογενές πλεόνασμα» που «ήδη αλλάζει τη ζωή μας» ή λαϊκίστικες επαγγελίες της «αριστερής» παρδαλής ασυνεννοησίας για επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων του Δημοσίου!

Τέσσερις μήνες τώρα η καινούργια κυβέρνηση δείχνει να παραπαίει ανάμεσα στην άσκηση πολιτικής και στο κυνηγητό τού εντυπωσιασμού συγχέοντας την πολιτική με τις επιδόσεις σε πυκνότητα τηλεοπτικών εμφανίσεων. Παράλληλα όμως, έστω και μέσα από πολλές αστοχίες και παιδαριώδεις συγχύσεις, συνέβαλε στο να έρθουν στο φως και να συνειδητοποιηθούν δυο πολύ σημαντικά δεδομένα: Το πρώτο, ότι η στρατηγική των δανειστών είναι άτεγκτα αποφασισμένη να αντιμετωπίσει την Ελλάδα με τους όρους που έχει επιβάλει ο παγκοσμιοποιημένος ολοκληρωτισμός της δικτατορίας των «Αγορών». Και το δεύτερο, ότι η ελλαδική «Αριστερά» δεν θα διανοηθεί ποτέ να καταλύσει το πελατειακό κράτος της σοσιαλ-Δεξιάς.

Μακάρι η διάγνωση να είναι εσφαλμένη.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »